*Ακολουθεί το κείμενο και στα Ελληνικά
The Stamp Duty Law (Law No. 19/1963) historically constituted a mechanism for the imposition of stamp duty on a wide range of documents in Cyprus. By virtue of Law No. 239(I)/2025, the Stamp Duty Laws were abolished as of 1 January 2026, with the result that new documents executed from 2026 onwards are no longer subject to stamp duty, while documents signed up to 31 December 2025 continue to be governed by the previous legal framework, pursuant to the applicable transitional provisions.
Stamp duty was an indirect tax imposed on specific documents, enabling them to be regarded as fully valid and admissible for use before courts or public authorities. This obligation was regulated by the Stamp Duty Law (Law No. 19/1963), which underwent multiple amendments up to 2025. Payment of stamp duty was effected either through physical stamps or via electronic means, and failure to comply within the prescribed timeframes resulted in the imposition of penalties. For this reason, proper and timely stamping constituted a substantive prerequisite for the smooth use of documents in both private transactions and legal proceedings.
A significant change occurred with the enactment of the Stamp Duty (Abolition) Law of 2025, pursuant to which the Stamp Duty Laws were repealed with effect from 1 January 2026. From that date onwards, documents and contracts executed or signed are no longer subject to stamp duty. Nevertheless, documents that were executed or signed up to 31 December 2025 remain subject to the provisions of the previous legislative framework, even where stamp duty had not been paid by that date. This transitional arrangement renders it necessary to review older agreements in order to determine whether any outstanding stamp duty obligations subsist. The abolition of stamp duty represents an important step towards simplifying administrative procedures and reducing transactional costs for both individuals and businesses. At the same time, it enhances flexibility in contractual arrangements and aligns the Cypriot legal system with modern practices aimed at facilitating business activity. Notwithstanding the abolition of stamp duty for new contracts, a proper understanding of the former regime remains important, particularly in cases involving older documents that continue to produce legal effects.
It is important to note, however, that the abolition of stamp duty has not resulted in the abolition of court fees. The historical use of stamps as a means of paying court fees has caused a degree of confusion within the courts. As matters currently stand, court documents are still required to bear stamps as evidence of payment of court fees, which will continue to be used until existing stocks are exhausted. Court fees arise under the Court Fees Procedural Regulation (Cap. 546/1953) and relate to the fees payable for the use of judicial procedures, which were traditionally collected through stamp duty. In the meantime, a new method for the payment of court fees is being explored. Consequently, parties appearing before the courts should be aware that they will continue to be required to pay the prescribed fees applicable to the processing of their cases.
In conclusion, the abolition of stamp duty marks a broader effort to simplify procedures and modernise the legal framework. Despite these changes, certain obligations remain in force, making proper awareness and adjustment essential.
Κατάργηση των Περί Χαρτοσήμων Νόμων από την 01/01/2026
Ο Περί Χαρτοσήμων Νόμος (Ν. 19/1963) αποτέλεσε ιστορικά έναν μηχανισμό επιβολής τέλους σε πλήθος εγγράφων στην Κύπρο. Με τον Ν. 239(Ι)/2025, οι Περί Χαρτοσήμων Νόμοι καταργήθηκαν από 01/01/2026, με αποτέλεσμα τα νέα έγγραφα από το 2026 να μην χαρτοσημαίνονται, ενώ έγγραφα που υπογράφηκαν έως 31/12/2025 συνεχίζουν να ακολουθούν το προηγούμενο πλαίσιο όπου εφαρμόζεται η μεταβατική πρόνοια.
Το τέλος χαρτοσήμου ήταν ένας έμμεσος φόρος που επιβαλλόταν σε συγκεκριμένα έγγραφα, ώστε αυτά να θεωρούνται πλήρως έγκυρα και να μπορούν να χρησιμοποιηθούν ενώπιον δικαστηρίων ή δημόσιων αρχών. Η υποχρέωση αυτή ρυθμιζόταν από τον Περί Χαρτοσήμων Νόμο (Ν. 19/1963), ο οποίος τροποποιήθηκε πολλές φορές μέχρι και το 2025. Η καταβολή του τέλους γινόταν είτε με φυσικά χαρτόσημα είτε με ηλεκτρονική διαδικασία, ενώ η μη έγκαιρη συμμόρφωση συνεπαγόταν πρόστιμο. Για τον λόγο αυτό, η ορθή και έγκαιρη χαρτοσήμανση αποτελούσε ουσιαστική προϋπόθεση για την απρόσκοπτη χρήση των εγγράφων τόσο σε ιδιωτικές συναλλαγές όσο και σε νομικές διαδικασίες.
Σημαντική μεταβολή επήλθε με την ψήφιση του Περί Χαρτοσήμων (Καταργητικού) Νόμου του 2025, δυνάμει του οποίου οι Περί Χαρτοσήμων Νόμοι καταργήθηκαν από την 1η Ιανουαρίου 2026. Από την ημερομηνία αυτή και εφεξής, έγγραφα και συμβάσεις που συντάσσονται ή υπογράφονται δεν υπόκεινται πλέον σε τέλος χαρτοσήμου. Ωστόσο, για έγγραφα που είχαν συνταχθεί ή υπογραφεί μέχρι και τις 31 Δεκεμβρίου 2025, εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι πρόνοιες του προηγούμενου νομοθετικού πλαισίου, ακόμη και αν το χαρτόσημο δεν είχε καταβληθεί μέχρι τότε. Η μεταβατική αυτή ρύθμιση καθιστά αναγκαίο τον έλεγχο παλαιότερων συμβάσεων, ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσο υπάρχει εκκρεμής υποχρέωση χαρτοσήμανσης.
Η κατάργηση του τέλους χαρτοσήμου αποτελεί σημαντικό βήμα προς την απλοποίηση των διοικητικών διαδικασιών και τη μείωση του κόστους συναλλαγών για πολίτες και επιχειρήσεις. Παράλληλα, ενισχύει την ευελιξία στη σύναψη συμφωνιών και ευθυγραμμίζει την κυπριακή έννομη τάξη με σύγχρονες πρακτικές που στοχεύουν στη διευκόλυνση της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Παρά το γεγονός ότι το χαρτόσημο καταργήθηκε για νέες συμβάσεις, η ορθή κατανόηση του προηγούμενου καθεστώτος παραμένει σημαντική, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις παλαιών εγγράφων.
Είναι σημαντικό όμως να αναφερθεί ότι η κατάργηση των χαρτοσήμων δεν έχει φέρει και την κατάργηση των δικαστικών τελών. Η χρήση των χαρτοσήμων ως μέσο πληρωμής των δικαστικών τελών προκάλεσε σύγχυση στα δικαστήρια. Ως διαφαίνεται, τα δικαστικά έγγραφα πρέπει να φέρουν χαρτοσήμανση ως απόδειξη της καταβολής δικαστικών τελών, τα οποία θα χρησιμοποιούνται μέχρι την εξάντλησή τους. Τα δε δικαστικά τέλη προκύπτουν από τον περί Δικαστικών Τελών Διαδικαστικό Κανονισμό (546/1953) και αφορούν τα δικαιώματα χρήσης της δικαστικής διαδικασίας τα οποία εισπράττονταν μέσω του χαρτοσήμου. Στο μεταξύ αναζητείται νέος τρόπος καταβολής των δικαστικών τελών. Συνεπώς, όσοι προσέρχονται στα δικαστήρια πρέπει να έχουν υπόψη τους ότι θα καταβάλλουν όσα τέλη προβλέπονται για τη διεκπεραίωση των υπόθεσέων τους.
Εν κατακλείδι, η κατάργηση του τέλους χαρτοσήμου σηματοδοτεί μια ευρύτερη προσπάθεια απλοποίησης των διαδικασιών και εκσυγχρονισμού του νομικού πλαισίου. Παρά τις αλλαγές, ορισμένες υποχρεώσεις εξακολουθούν να ισχύουν, γεγονός που καθιστά αναγκαία τη σωστή ενημέρωση και προσαρμογή.




