Η αξιοπιστία των μαρτύρων αποτελεί ουσιώδη παράγοντα για τη διαμόρφωση της δικαστικής κρίσης. Πρόκειται για έννοια πολυσήμαντη, η οποία δεν επαφίεται απλώς στο περιεχόμενο των γραπτών μαρτυριών, αλλά αξιολογείται καθοριστικά κατά την ακροαματική διαδικασία και ειδικότερα στο στάδιο της αντεξέτασης.
Η αντεξέταση λειτουργεί ως ισχυρό εργαλείο για την εύρεση της αλήθειας. Σύμφωνα με την απόφαση Frederickou Schools Co Ltd και Άλλων v Acuac Inc (2002) 1 (Γ) ΑΑΔ 1527, ο σκοπός της είναι διττός: αφενός, η αποδυνάμωση ή εκμηδένιση των δηλώσεων του μάρτυρα κατά την κυρίως εξέτασή του και αφετέρου, η εκμαίευση ευνοϊκών στοιχείων που υποστηρίζουν την εκδοχή του διαδίκου που αντεξετάζει. Όπως έχει νομολογηθεί, η παράλειψη αντεξέτασης μάρτυρα επί ουσιωδών γεγονότων που τέθηκαν στην κυρίως εξέταση μπορεί να θεωρηθεί ως αποδοχή των ισχυρισμών που προβάλλει.
Κατά τη διεξαγωγή της δίκης, το Δικαστήριο καλείται να εκτιμήσει κατά πόσον ένας μάρτυρας είναι ειλικρινής και αξιόπιστος, λαμβάνοντας υπόψη όχι μόνο το περιεχόμενο των δηλώσεών του, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο τις εκφράζει. Ιδιαίτερη σημασία έχει, η στάση του κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του και ειδικότερα κατά την αντεξέτασή του, καθώς η ικανότητά του να διατηρεί συνέπεια και σταθερότητα στις απαντήσεις του, αλλά και οι αντιφάσεις στις οποίες υποπίπτει, επηρεάζουν καθοριστικά την κρίση του Δικαστηρίου.
Στοιχεία που αξιολογούνται σε σχέση με την αξιοπιστία ενός μάρτυρα περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, όσα αναφέρθηκαν στις αποφάσεις Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν Ηροδότου, (2013) 1 Α.Α.Δ. 1166, C & A Pelekanos Associates Limited ν. Πελεκάνου (1999) 1(B) ΑΑΔ 1273 σύμφωνα με τις οποίες «η θετική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυς που καταθέτει αποτελεί, σε γενικές γραμμές, στοιχείο εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, η μνήμη του, οι αντιδράσεις του (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας».
Συχνά παρατηρείται ότι, οι γραπτές δηλώσεις μαρτύρων, οι οποίες αρχικά φαίνονται επαρκώς τεκμηριωμένες, κατά την αντεξέταση χάνουν σημαντικό μέρος της αποδεικτικής τους αξίας. Παρά τη γενικά αναγνωρισμένη σημασία που αποδίδεται στη γραπτή μαρτυρία, η δοκιμασία στην οποία υπόκειται ο μάρτυρας κατά τη δια ζώσης εξέτασή του και ιδίως κατά την αντεξέταση παραμένει αναντικατάστατο εργαλείο για τη διακρίβωση της αλήθειας.
Μέσα από τη «ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης» το Δικαστήριο αξιολογεί στοιχεία αξιοπιστίας των μαρτύρων τα οποία δεν μπορούν να αποτυπωθούν πλήρως σε γραπτά κείμενα ενώ παράλληλα αποκαλύπτεται εάν ο μάρτυρας αναφέρεται σε πραγματικά γεγονότα ή αναπαράγει μια κατασκευασμένη εκδοχή.
Ως έχει ευρέως νομολογηθεί, το ζήτημα της αξιοπιστίας των μαρτύρων αποτελεί πρωτίστως έργο του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο έχει την ευκαιρία να ακούσει απευθείας τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο.
Οι αρχές που καθορίζουν τις περιπτώσεις στις οποίες το Εφετείο μπορεί να επέμβει και να ανατρέψει τα ευρήματα του πρωτόδικου δικαστηρίου σχετικά με την αξιοπιστία των μαρτύρων έχουν διατυπωθεί με σαφήνεια και έχουν επαναλαμβανόμενα επισημανθεί στη νομολογία. Ειδικότερα, το Εφετείο επεμβαίνει μόνο στις περιπτώσεις όπου τα ευρήματα του πρωτόδικου δικαστηρίου δεν συνάδουν με την κοινή λογική ή δεν τεκμηριώνονται επαρκώς από τη συνολική μαρτυρία ή τα ίδια τα αποδεικτικά στοιχεία (βλ. Ιωάννου ν. Κουννίδη, 1998, 1Γ Α.Α.Δ. 1215).
Εν κατακλείδι, η αξιοπιστία των μαρτύρων, όπως διαπιστώνεται κυρίως κατά την αντεξέταση, διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη διακρίβωση των πραγματικών περιστατικών και της αλήθειας και κατ’ επέκταση, αποτελεί βασικό παράγοντα για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Η αντεξέταση δεν αποτελεί απλώς μέσο αντίκρουσης των αρχικών δηλώσεων των μαρτύρων. Είναι μια κρίσιμη διαδικασία μέσω της οποίας το Δικαστήριο αξιολογεί στοιχεία που συμβάλλουν ουσιαστικά στην τελική του κρίση επί των επίδικων γεγονότων.
