Category: News

Racism article Cyprus Law
25
Aug2022

Ποινικό Δίκαιο: Το νομικό καθεστώς του Ρατσισμού στην Κύπρο

Εισαγωγή:

Επειδή το φαινόμενο του ρατσισμού και η υποκίνηση μίσους που παρατηρείται στην Κυπριακή κοινωνία, παρουσιάζει μία ανησυχητική άνοδο και είναι σε έξαρση, το παρόν άρθρο έχει ως στόχο να ερευνήσει και να ενημερώσει τον αναγνώστη για το νομικό καθεστώς του ‘Ρατσισμού’ ή/και της υποκίνησης μίσους –  «έγκλημα εκφοράς ρατσιστικού λόγου[1]» με δημόσια υποκίνηση βίας ή μίσους στην Κυπριακή έννομη τάξη. 

Υιοθετώντας την Απόφαση-Πλαίσιο 2008/913/ΔΕΥ[2], η Bουλή των Αντιπροσώπων ψήφισε τον Ν. 134(I)/2011[3], εφεξής θα αναφέρεται ως (ο «Νόμος»), ο οποίος δίδει την εξουσία στον Γενικό Εισαγγελέα να ασκήσει ποινική δίωξη σε πρόσωπα που υποκινούν το μίσος[4] σε ομάδες ανθρώπων αυτεπάγγελτα[5], χωρίς την οποιαδήποτε προηγούμενη καταγγελία του θύματος[6].

 

Εγκλήματα μίσους και Νομολογία Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, εφεξής «ΕΔΑΔ»

Η φύση των «εγκλημάτων μίσους», επεξηγείται στην έκδοση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Directorate-General Justice[7], Programme ως:

«Τα εγκλήµατα µίσους είναι ποινικά αδικήματα που διαπράττονται µε κίνητρο την προκατάληψη.  Ως εκ τούτου, αποκαλούνται κοινώς εγκλήµατα «λόγω προκαταλήψεων», και ο χαρακτηρισµός αυτός φέρνει στο προσκήνιο τα δύο καθοριστικά τους χαρακτηριστικά. Το πρώτο είναι ότι η διαπραχθείσα πράξη πρέπει να αναγνωρίζεται ως αξιόποινη πράξη σύµφωνα µε το εθνικό ή το διεθνές ποινικό δίκαιο. Σε αυτό το πλαίσιο, και παρά τις µικρές αποκλίσεις µεταξύ των κρατών ως προς την ακριβή σειρά των συµπεριφορών που µπορούν να θεωρηθούν ως συνιστώσες ποινικού αδικήµατος (σε αντίθεση µε το παράπτωµα, για παράδειγµα), η πρώτη προϋπόθεση ενός εγκλήµατος µίσους είναι ένα βαθιά εδραιωµένο και βασικό χαρακτηριστικό κάθε νοµικού συστήµατος σε κάθε κοινωνία του κόσµου. Παραδείγµατα εγκληµάτων µίσους µπορεί να περιλαµβάνουν – ενδεικτικά και όχι περιοριστικά- πράξεις απειλής ή/και άλλες προσπάθειες εκφοβισµού, βλάβη της περιουσίας, επίθεση και ανθρωποκτονία.

Το δεύτερο διακριτικό χαρακτηριστικό, ωστόσο, το οποίο χρησιµεύει επίσης για να διαφοροποιήσει τα εγκλήµατα µίσους από άλλα εγκλήµατα, είναι λιγότερο απτό και εύκολο να προσδιοριστεί, καθώς αφορά το βαθύτερο κίνητρο , που προκάλεσε την πράξη. Δηλαδή, προκειµένου ένα αδίκηµα να συνιστά έγκληµα µίσους, σε αντίθεση µε ένα συνηθισµένο αδίκηµα του ποινικού νόµου, ο δράστης ή οι δράστες κινούµενοι από µια προκατειληµµένη άποψη, εγγενώς συνδεδεµένη µε τα πραγµατικά ή υποτιθέµενα ένα ή περισσότερα χαρακτηριστικά, προστατευόµενα από το δίκαιο- ενός προσώπου – και καθιστώντας έτσι στόχο στα µάτια του δράστη. »

Στην υπόθεση  Škorjanec v. Κροατίας[8], υποδείχθηκε ότι:

«Η αντιμετώπιση της βίας με ρατσιστικά κίνητρα και της βιαιότητας σε ισότιμη βάση με τις υποθέσεις που δεν έχουν ρατσιστικές ιδιαιτερότητες θα ισοδυναμούσε με την αποφυγή αντιμετώπισης της ειδικής φύσης πράξεων ιδιαίτερα καταστροφικών για τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα.  Η έλλειψη διακρίσεως ως προς τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται διαφορετικές καταστάσεις είναι δυνατό να συνιστά αδικαιολόγητη μεταχείριση ασυμβίβαστη με το άρθρο 14 της Συμβάσεως.»

Ιδιαίτερη μνεία έγινε στην υπόθεση Ιdentoba και άλλοι ν. Γεωργίας[9], όπου έγινε λόγος για συναίνεση και συνενοχή εφόσον αποφασίστηκε ότι:

«[…]χωρίς αυστηρή προσέγγιση από τις αρχές επιβολής του νόμου, τα εγκλήματα που προκαλούνται από προκατάληψη θα αντιμετωπίζονται σε ίση βάση με συνήθεις υποθέσεις που δεν έχουν τέτοιες αποχρώσεις και η προκύπτουσα αδιαφορία θα ισοδυναμεί με την επίσημη συναίνεση ή ακόμα και συνενοχή όσον αφορά τα εγκλήματα μίσους.»

Περαιτέρω στην υπόθεση Király και Dömötör v. Ουγγαρίας[10], έγινε λόγος για νομιμοποίηση ή και ανοχή τέτοιων συμπεριφορών εάν τα εγκλήματα μίσους δεν αντιμετωπίζονται με την απαιτούμενη αυστηρότητα:

«Το Δικαστήριο εξέφρασε την ανησυχία του για το γεγονός ότι η εν λόγω αντιμετώπιση θα μπορούσε να θεωρηθεί από το κοινό ως νομιμοποίηση ή/και ανοχή τέτοιων συμπεριφορών εκ μέρους του κράτους.»

Δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου

Αδικήματα τα οποία τελέστηκαν βάση του Νόμου, δίδουν την δικαιοδοσία στα Δικαστήρια της Δημοκρατίας να εκδικάσουν τα αδικήματα εφόσον, έχουν διαπραχθεί:

  • από πολίτη της Δημοκρατίας[11]
  • ολόκληρο ή μέρος στο έδαφος της Δημοκρατίας[12]
  • προς όφελος νομικού προσώπου το οποίο έχει την έδρα του στο έδαφος της Δημοκρατίας[13]

ΝΒ. Δικαιοδοσία δίδεται ακόμη και στην περίπτωση που οι πράξεις τελούνται μέσω συστήματος πληροφορικής.

 

Συστατικά στοιχεία αδικήματος και Ποινές:

Σύμφωνα με το Άρθρο 3(1) του Νόμου:

Πρόσωπο το οποίο: –

  1. εκ προθέσεως
  2. είτε δημόσια είτε με δημόσια διάδοση
  3. υποκινεί βία ή μίσος που στρέφεται κατά ομάδας προσώπων ή μέλους ομάδας προσώπων που προσδιορίζεται βάσει της φυλής, του χρώματος, της θρησκείας, των γενεαλογικών καταβολών ή της εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής
  4. κατά τρόπο που διαταράσσει τη δημόσια τάξη ή που έχει απειλητικό, υβριστικό ή προσβλητικό χαρακτήρα

Είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και στις δύο αυτές ποινές[14].

Ν.Β Κύριο συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι η «υποκίνηση».  Η υποκίνηση (incitement), όπως π.χ. η απόπειρα (attempt) και η συνωμοσία (conspiracy), αποτελεί ατελές έγκλημα (inchoate crime) σε σχέση με το ολοκληρωμένο έγκλημα το οποίο στοχεύεται[15].  Ειδικότερα, η «υποκίνηση» έχει την έννοια της ενθάρρυνσης άλλου προσώπου να διαπράξει ένα άλλο έγκλημα.

 

Εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας

Κατά το Άρθρο 3(2)(α) του Νόμου:

Πρόσωπο το οποίο εκ προθέσεως και κατά τρόπο που διαταράσσει τη δημόσια τάξη ή που έχει απειλητικό, υβριστικό ή προσβλητικό χαρακτήρα με οποιοδήποτε τρόπο: –

  1. δημόσια επιδοκιμάζει ή αρνείται ή κατάφωρα υποβαθμίζει τα εγκλήματα γενοκτονίας, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και εγκλήματα πολέμου, όπως αυτά ορίζονται στα άρθρα 6, 7 και 8 του Καταστατικού του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου
  2. και στρέφεται κατά ομάδας προσώπων ή μέλους ομάδας προσώπων που προσδιορίζεται βάσει της φυλής, του χρώματος, της θρησκείας, των γενεαλογικών καταβολών ή της εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής
  3. και η συμπεριφορά του αυτή εκδηλώνεται κατά τρόπο που είναι πιθανόν να υποκινήσει βία ή μίσος κατά μιας τέτοιας ομάδας ή μέλους της.

Είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε χρόνια (5) ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες Ευρώ (€10 000) ή και στις δύο αυτές ποινές[16].

Ν.Β Οι ηθικοί αυτουργοί και συναυτουργοί, δύναται να διωχθούν και να καταδικαστούν ωσάν οι ίδιοι να διέπραξαν τα αναφερόμενα αδικήματα από τον Νόμο[17].

Ευθύνη και κυρώσεις Νομικών Προσώπων

Νομικό πρόσωπο είναι ένοχο όταν τα ανωτέρω αδικήματα, διαπράττονται ως όφελός του από φυσικό πρόσωπο το οποίο ασκεί εξουσίες ως διευθυντής[18] και υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες Ευρώ (€10 000).

Περαιτέρω τα Δικαστήρια έχουν την εξουσία να διατάξουν[19]:

  1. τον προσωρινό ή μόνιμο αποκλεισμό από δημόσιες παροχές ή ενισχύσεις
  2. την προσωρινή ή μόνιμη απαγόρευση άσκησης εμπορικής δραστηριότητας
  3. τη διάλυση του νομικού προσώπου
  4. τη δήμευση οποιουδήποτε αντικειμένου ή μέσου το οποίο χρησιμοποιήθηκε για τη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος που προβλέπεται στον παρόντα Νόμο.

Δυσφήμηση ξένων ηγεμόνων

Η δυσφήμηση ξένων ηγεμόνων (άρχοντα, πρέσβη ή άλλο ξένο αξιωματούχο), χωρίς οποιαδήποτε επαρκή δικαιολογία, βάση του (ΚΕΦ.154)[20], καθορίζεται ως πλημμέλημα επειδή επηρεάζουν τις σχέσεις με Ξένα Κράτη και την Εξωτερική Γαλήνη.

Καταληκτικό σχόλιο:

Ο νομοθέτης εν τη σοφία του ενώ από τη μία είχε να διαπραγματευτεί την σοβαρότητα του φαινομένου του ρατσισμού ή/και της υποκίνησης σε βία, από την άλλη επιφύλαξε και προστάτευσε την υποχρέωση σεβασμού θεμελιωδών δικαιωμάτων και ιδιαίτερα της ελευθερίας της έκφρασης και της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι[21]. Αυτός είναι και ο λόγος, ο οποίος δίδεται η εξουσία μόνο στον Γενικό Εισαγγελέα ή/και κατόπιν έγκρισής του η ποινική δίωξη αδικήματος από τον Νόμο.


[1] Βλ. «Η ποινική αντιμετώπιση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας στην Ελλάδα» (Τιμητικός Τόμος Νέστορα Κουράκη), Ελισάβετ Συμεωνίδου-Καστανίδου.

[2] Απόφαση-Πλαίσιο 2008/913/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 28ης Νοεμβρίου 2008 για την καταπολέμηση ορισμένων μορφών και εκδηλώσεων ρατσισμού και ξενοφοβίας μέσω του ποινικού δικαίου.

[3] Ο Περί της Καταπολέμησης Ορισμένων Μορφών και Εκδηλώσεων Ρατσισμού και Ξενοφοβίας μέσω του Ποινικού Δικαίου Νόμος του 2011.

[4] Για σκοπούς του Νόμου, ο ορισμός του μίσους δίδεται ως: μίσος που βασίζεται στη φυλή, το χρώμα, τη θρησκεία, τις γενεαλογικές καταβολές ή την εθνική ή εθνοτική καταγωγή·

[5] Άρθρο 10 του Νόμου.

[6] Άρθρο 9 του Νόμου.

[7] Rights, Equality and Citizenship Programme and Pilot Projects, 2014, of DG Justice με τίτλο «Εγκλήματα Μίσους», European Judicial Training Project.

[8] Škorjanec v. Κροατίας, Αρ. Προσφ. 25536/14, ημερ. 28.3.2017.

[9] Ιdentoba και άλλοι ν. Γεωργίας, Αρ. Προσφ. 73235/12, ημερ. 12.5.2015.

[10] Αρ. Προσφ. 63409/11, ημερ. 17.1.2017.

[11] Άρθρο 7(β) του Νόμου.

[12] Άρθρο 7(α) του Νόμου.

[13] Άρθρο 7(γ) του Νόμου.

[14] Άρθρο 3(1) του Νόμου.

[15] Βλ. «Incitement: A Study in Language Crime», Joseph Jaconelli, Law School University of Manchester, Crim. Law and Philos, 2018, 12: σελ.245-265.

[16] Άρθρο 3(2) του Νόμου.

[17] Άρθρο 4 του Νόμου.

[18] Άρθρο 5(1) του Νόμου.

[19] Άρθρο 6(1) του Νόμου.

[20] Άρθρο 68 του Περί Ποινικού Κώδικα Νόμος (ΚΕΦ.154).

[21] Όπως κατοχυρώνονται στο Άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

08
Aug2022

ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ: Η ΕΞΟΥΣΙΑ ΤΩΝ ΚΥΠΡΙΑΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΣΤΗΝ ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΠΟΙΝΗΣ ΦΥΛΑΚΙΣΗΣ

Νομοθετικό πλαίσιο:

Τα Δικαστήρια της Κυπριακής Δημοκρατίας, εγκαθιδρύθηκαν και απόκτησαν αρμοδιότητα και δικαιοδοσία βάση του Ν. 14/1960[1], ως έχει τροποποιηθεί έως και σήμερα. Η οποιαδήποτε σύσταση οποιουδήποτε έκτακτου ή/και λαϊκού δικαστηρίου, απαγορεύεται ρητά από το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας[2]. Οι εξουσίες των Δικαστηρίων στην αναστολή ποινών φυλάκισης, πηγάζουν από τους Ν. 95/1972[3], ως έχει τροποποιηθεί έως και σήμερα εφεξής θα αναφέρεται ως (ο «Νόμος»).

Ποινές

Τα Δικαστήρια έχουν την εξουσία ή/και την αρμοδιότητα να επιβάλουν τις ακόλουθες ποινές με βάση το ΚΕΦ.154[4], ως έχει τροποποιηθεί:

  • φυλάκιση διά βίου
  • φυλάκιση
  • χρηματική ποινή
  • καταβολή αποζημίωσης
  • παροχή εγγύησης για την τήρηση της τάξης και καλή διαγωγή ή για προσέλευση για ακρόαση δικαστικής απόφασης
  • επιτήρηση
  • οποιαδήποτε άλλη ποινή ή μεταχείριση επιβάλλεται δυνάμει άλλου νόμου.

Προϋποθέσεις για έκδοση διατάγματος αναστολής ποινής φυλάκισης

Ο νομοθέτης μέσα από την σύνταξη του ίδιου του Νόμου, έθεσε όχι μόνο τις ασφαλιστικές δικλείδες αλλά και εν τη σοφία του προβλεπόμενες προϋποθέσεις, έτσι ώστε να μην γίνεται κατάχρηση της εξουσίας των Δικαστηρίων ως προς την αναστολή της ποινής, αλλά και να μην καταχράται από την κοινωνία.

  • Η επιβληθείσα ποινή δεν πρέπει να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη[5].
  • Το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου, πρέπει να δικαιολογούν την αναστολή της ποινής[6]. (βλ.         ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. HALIL, Αριθμός υπόθεσης: 19537/2019, 28/1/2020)
  • Το Δικαστήριο εξηγεί σε απλή γλώσσα στον κατηγορούμενο τους όρους αναστολής της ποινής και τις συνέπειες μη συμμόρφωσης με το διάταγμα αναστολής της ποινής φυλάκισης[7].

Ν.Β Σε περίπτωση όπου πρόσωπο, διαπράξει αδίκημα το οποίο προνοεί ποινή φυλάκισης (κατά την περίοδο ισχύεις του διατάγματος αναστολής) και του έχει ανασταλεί προηγούμενος η ποινή μέσω διατάγματος αναστολής από το Δικαστήριο, τότε το Δικαστήριο δύναται να ενεργοποιήσει και την προηγούμενη επιβληθείσα ποινή[8]. (βλ.         ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Υπόθεση με αρ.: 11251/2021, 12/1/2022, ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. BRUMAR, Υπόθεση με αρ.: 7542/2021., 27/4/2021, ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΜΗΝΑ κ.α., Υπόθεση με αρ.: 15565/2020., 23/2/2021)

Διατάγματα επιτηρήσεως

Σε περίπτωση όπου το Δικαστήριο επιβάλει ποινή φυλάκισης που υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες, τότε δύναται να αναστείλει την ποινή φυλάκισης και να εκδώσει Διάταγμα επιτηρήσεως, όπου θα θέτει τον καταδικασθέντα υπό την επιτήρηση επιτηρούντος λειτουργού για περίοδο που θα αναγράφεται στο διάταγμα[9]. (βλ. ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ASPANIDIS κ.α., Αριθμός υπόθεσης: 661/2020, 26/5/2020)[10]

Εξουσίες που δίδονται στην Εκτελεστική Εξουσία

Το Άρθρο 53 του Νόμου αναφέρει ότι:

«1. Ο Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας έχουσι το δικαίωμα απονομής χάριτος εις άτομα καταδικασθέντα εις θάνατον και ανήκοντα εις την κοινότητα εκατέρου αυτών.»

Ν.Β Το παρόν Άρθρο θα μπορούσε να θεωρηθεί και αναχρονιστικό, διότι με την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και με την υπογραφή του Έκτου πρωτοκόλλου[11] και του Δέκατου Τρίτου[12], η θανατική ποινή έχει καταργηθεί για οπουδήποτε αδίκημα.

Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι η θανατική ποινή για φόνο καταργήθηκε στην Κύπρο στις 15 Δεκεμβρίου 1983[13], ενώ καταργήθηκε για όλα τα εγκλήματα, στις 19 Απριλίου 2002. Η θανατική ποινή αντικαταστάθηκε με ισόβια κάθειρξη. Η Κύπρος έχει υπογράψει και το δεύτερο προαιρετικό πρωτόκολλο του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, το οποίο προβλέπει την πλήρη κατάργηση της θανατικής ποινής. Η Κύπρος είχε αρχικά κάνει κράτηση[14] για το δεύτερο πρωτόκολλο, που επέτρεπε την εκτέλεση για σοβαρά εγκλήματα σε περίοδο πολέμου, αλλά στη συνέχεια κατήργησε αυτή τη κράτηση.

Το ίδιο Άρθρο του Νόμου δίδει την εξουσία στον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας και τον Αντιπρόεδρο να μειώνουν, αναστέλλουν ή μετατρέπουν οποιανδήποτε ποινή επιβληθεί από οποιοδήποτε Δικαστήριο, κατόπιν της σύμφωνου γνώμης του Γενικού Εισαγγελέα και του Βοηθού Γενικού εισαγγελέα της Δημοκρατίας.

Το παρόν άρθρο δεν αποτελεί νομική συμβουλή, αλλά είναι ενδεικτικό και δεσμεύεται ως προς την ορθότητά του κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του. Τυχόν τροποποιήσεις ή/και αλλαγές πιθανό να επηρεάσουν. Για οποιεσδήποτε πληροφορίες, επικοινωνήστε με το γραφείο μας στο info@landaslaw.com


[1] Ο περί Δικαστηρίωv Νόμoς τoυ 1960

[2] Άρθρο 30 (1) του Συντάγματος

[3] Ο περί της Υφ’ Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμος του 1972

[4] Άρθρο 26 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμος (ΚΕΦ.154)

[5] Άρθρο 3 (1) του Νόμου

[6] Άρθρο 3 (2) του Νόμου

[7] Άρθρο 3 (4) του Νόμου

[8] Άρθρο 4 του Νόμου

[9] Άρθρο 5(1) του Νόμου

[10] Βλ. επίσης ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΚΚΟΜΟΡ, Αριθμός υπόθεσης: 10406/2019, 18/12/2020

[11] Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950

[12] Στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, σχετικά με την Κατάργηση της θανατικής Ποινής σε όλες τις Περιστάσεις

[13] Καταργήθηκε στην πράξη από το 1962

[14] Ενδεικτικά η επιφύλαξη: «Η Κυπριακή Δημοκρατία, σύμφωνα με το Αρθρο 2.1 του Δευτέρου Πρωτοκόλλου του Διεθνούς Συμφώνου για τα Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα, δηλώνει ότι επιφυλάσσει το δικαίωμα να προβλέπει στην εσωτερική νομοθεσία της την εφαρμογή της θανατικής ποινής σε ενόχους πολύ σοβαρών εγκλημάτων στρατιωτικού χαρακτήρα που διαπράττονται σε καιρό πολέμου.»

26
Jul2022

Cyprus Bar Association Exams

We are proud of our Trainee Lawyers Styliana Lefkiou, Rafaella Chrysafi and Myria Pornari for all having successfully passed the Cyprus Bar Association Exams.

Congratulations! Keep believing in yourselves and work hard; more achievements are yet to come.

20
Jul2022

ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΗΝ ΥΠΟΒΟΗΘΟΥΜΕΝΗ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ-Ή ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ;

Με βάση τον ποινικό μας κώδικα, ο φόνος εκ προμελέτης τιμωρείται υποχρεωτικά με δια βίου φυλάκιση, η ανθρωποκτονία τιμωρείται με ποινή μέχρι δια βίου φυλάκισης και η συνενοχή σε αυτοκτονία άλλου προσώπου είναι ποινικό αδίκημα το οποίο τιμωρείται με ποινή φυλάκισης 10 ετών. Ειδικότερα, το άρθρο 218 προβλέπει τα εξής: «Αυτός, που εκ προθέσεως πείθει άλλο σε αυτοκτονία, αν αυτή διαπράχτηκε ή έγινε απόπειρά της, καθώς και εκείνος που βοηθά κατά τη διάρκειά της, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δέκα χρόνων».

Στην Κύπρο δεν υπάρχει νομοθέτημα ή συνταγματικό δικαίωμα στο θάνατο. Ωστόσο, η πρόεδρος της κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Ειρήνη Χαραλαμπίδου δήλωσε ότι παρόλο που «[η] ευθανασία είναι ένα πολύ δύσκολο θέμα από κάθε άποψη…[ο]ι κοινωνίες είναι ζωντανοί οργανισμοί και εξελίσσονται, δεν μπορεί να παραμένουν στάσιμες». Περαιτέρω δήλωσε ότι «[π]ρέπει να υπερασπισθούμε το ανθρώπινο δικαίωμα ενός ασθενούς που πάσχει από μια θανατηφόρα ασθένεια σε τελικό στάδιο, να επιλέγει τον τρόπο που θέλει να φύγει από τη ζωή», ανακοινώνοντας ότι «θα ετοιμασθεί πρόταση νόμου που θα προτείνει και αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα».

Το ζήτημα προβληματίζει και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το όποιο, εξετάζοντας το θέμα ευθανασίας και πώς αυτό ερμηνεύεται μέσα από τα άρθρα της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σε διάφορες αποφάσεις του, κατέληξε ότι το δικαίωμα προστασίας της ζωής δεν μπορεί να ερμηνευθεί ότι παρέχει δικαίωμα στον θάνατο και ότι παρόλο που στα αντικρουόμενα δικαιώματα βρίσκεται το να μην υποβάλλεται κάποιος σε βασανιστήρια ή σε ταπεινωτική μεταχείριση, τα οποία μπορεί να ισχυριστεί κάνεις ότι είναι απότοκα μιας θανατηφόρας ασθένειας, το δικαίωμα στη ζωή υπερισχύει όλων των υπόλοιπων άρθρων. 

Μια πολύ ιδιαίτερη υπόθεση αναφορικά με το θέμα αυτό εκδικάζεται στην Κύπρο ενώ παράλληλα απασχολεί τα βρετανικά ΜΜΕ. Πρόκειται για τον θάνατο της 75χρονης Βρεττανής Janice Hunter, η οποία έπασχε από καρκίνο του αίματος από το 2016 και της οποίας η υγεία επιδεινώθηκε ραγδαία τους μήνες πριν από το θάνατο της, με την βοήθεια του Βρετανού συζύγου της David Hunter το βράδυ της 18ης Δεκεμβρίου του 2021 στην επαρχία Πάφου όπου και μετακόμισαν όταν συνταξιοδοτήθηκαν. 

Σήμερα ο David κατηγορείται για φόνο εκ προμελέτης και η έκκληση των δικηγόρων του στον Γενικό Εισαγγελέα να μειωθεί η κατηγορία σε υποβοηθούμενη αυτοκτονία έχει απορριφθεί.

Ενώ η Εκκλησία, η οποία ασκεί σημαντική επιρροή στην κοινή αντίληψη της βιοηθικής, αντιτίθεται σθεναρά στην υποβοηθούμενη αυτοκτονία και την ευθανασία, μέσα από τα ευρήματα που κατέδειξε η επιστημονική έρευνα της Εθνικής Επιτροπής Βιοηθικής που διενεργήθηκε μεταξύ Δεκεμβρίου 2021 και Μαρτίου 2022 έχει διαφανεί ότι το 59% των Κυπρίων συμφωνεί με τη νομιμοποίηση της ευθανασίας.

Την ίδια στιγμή η υποβοηθούμενη αυτοκτονία είναι επιτρεπτή σε διάφορες χώρες ανά το παγκόσμιο από το μακρινό παρελθόν ενώ φαίνεται ότι σταδιακά όλο και περισσότερες χώρες αποφασίζουν υπέρ της. Για παράδειγμα, στην Ελβετία η υποβοηθούμενη αυτοκτονία είναι επιτρεπτή από το 1941 ενώ στην Κολομβία το Συνταγματικό Δικαστήριο αποφάνθηκε τον Μάϊο υπέρ της ιατρικά υποβοηθούμενης αυτοκτονίας ασθενών που πάσχουν από σοβαρές ή ανίατες ασθένειες.

Όσον αφορά τις ευρωπαϊκές χώρες, αρκετές από αυτές έκαναν ήδη το πρώτο βήμα, επιτρέποντας σε ασθενή με ανίατο νόσημα το δικαίωμα στην άρνηση θεραπείας (παθητική ευθανασία). Στη Γερμανία, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο έχει κρίνει ως αντισυνταγματικό τον νόμο που απαγορεύει την υποβοηθουμένη αυτοκτονία. Ωστόσο μόνο το Βέλγιο, η Ολλανδία και το Λουξεμβούργο νομιμοποίησαν, υπό αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις, την υποβοηθούμενη αυτοκτονία (ενεργητική ευθανασία).

Το θέμα αυτό έχει απασχολήσει και την Ιταλία όπου σήμερα η υποβοηθούμενη αυτοκτονία είναι νόμιμη. Η πρώτη νόμιμη υποβοηθούμενη αυτοκτονία καταγράφηκε στην Ιταλία την περασμένη Πέμπτη όταν ο 44χρονος Φεντερίκο Καρμπόνι, ο οποίος ήταν τετραπληγικός επί 12 χρόνια και ο οποίος τα τελευταία  δύο χρόνια της ζωής του αγωνιζόταν  με επιμονή για την διεκδίκηση του δικαιώματος στο θάνατο δημιουργώντας ένα δικαστικό ορόσημο και ένα κομμάτι της ιστορίας στην Ιταλία, έβαλε τέλος στην ζωή του στο σπίτι του με ιατρική βοήθεια. 

Συνοψίζοντας, η υπόθεση της Janice Hunter έχει αποτελέσει το έναυσμα για την αναζωπύρωση της συζήτησης αναφορικά με το δικαίωμα στην ελεύθερη επιλογή μεταξύ ζωής και θανάτου καθώς και για την επανεξέταση της κυπριακής νομοθεσίας επί του τόσο ευαίσθητου κοινωνικά θέματος. 

14
Jul2022

ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ(ΜΕΡΟΣ Γ): ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΕΡΓΟΔΟΤΟΥΜΕΝΩΝ ΣΕ ΚΕΝΤΡΑ ΑΝΑΨΥΧΗΣ (ΟΡΟΙ, ΑΔΕΙΕΣ, ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΜΙΣΘΟΥ κλπ.)

Νομοθετικό πλαίσιο

Το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο το οποίο διέπει και ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ Εργοδοτουμένου και Εργοδοτούμενου σε κέντρα αναψυχείς, αλλά και εξασφαλίζει τα δικαιώματα και θέτει τις υποχρεώσεις μεταξύ των δύο στο Κυπριακό δίκαιο, είναι Ο περί Εργοδοτουμένων εις Κέντρα Αναψυχής (Όροι Υπηρεσίας) Νόμος του 1968 (Ν.80/1968), ως έχει τροποποιηθεί έως σήμερα εφεξης θα αναφερεται ως (ο «Νόμος»).

Για σκοπούς του νόμου, η ερμηνεία του «κέντρου αναψυχής» δίδεται ως: “εστιατόριον, ζαχαροπλαστείον, καμπαρέ, καφενείον, μουσικόν κέντρον, μπαρ, νάϊτ κλάμπ, ποτοπωλείον, ταβέρναν, λέσχην και οιονδήποτε άλλο μέρος εις το οποίον καταναλίσκονται ή παρασκευάζονται ποτά ή φαγητά”[1].

Οι όροι εργασίας των Εργοδοτούμενων σε Κέντρα Αναψυχής (όπως ερμηνεύεται από τον Νόμο)[2] καθορίζονται από κανονισμούς τους οποίους εκδίδει το Υπουργικό Συμβούλιο[3].

Υποχρεώσεις και Δικαιώματα (Ωράριο)

  • Κάθε Εργοδότης οφείλει να εφοδιάσει τον Εργοδοτούμενο σε κέντρο αναψυχής, με επαγγελματικό βιβλιάριο[4].
  • Κανένας εργοδοτούμενος δεν εργάζεται πέραν των 48 ωρών την εβδομάδα (συμπεριλαμβανομένων των υπερωριών).
  • Κανένας εροδοτούμενος δεν εργάζεται πέρα των 8 ωρών ημερησίως (Σε εξαιρετικές περιπτώσεις δύναται να αυξηθεί μέχρι 10)[5].
  • Κάθε εργοδοτούμενος απολαμβάνει κάθε βδομάδα, μια (1) ημέρα αργίας επί πληρωμή[6].
  • Όλοι οι εργοδοτούμενοι δικαιούνται ετήσια άδεια μετ’ απολαβών τουλάχιστον τεσσάρων (4) εβδομάδων.[7]

N.B Εργασία μετά την συμπλήρωση του σύνηθες ωραρίου, θεωρείται υπερωρία και αμείβεται σε αναλογία 1 : 1 ½

Κάθε εργοδότης οφείλει να έχει αναρτημένους σε περίοπτη θέση μέσα στο κέντρο αναψυχής πίνακες που να αναγράφουν[8]:

α) την κατανομή του δικαιώματος υπηρεσίας,

β) το πρόγραμμα υπηρεσίας των υπαλλήλων, και

γ) την ετήσια άδεια των εργοδοτουμένων.

Αργίες επί πληρωμή

Σε περίπτωση που εργοδοτούμενος κέντρου αναψυχής εργαστεί σε οποιαδήποτε από τις πιο κάτω αργίες καταβάλλεται σ’ αυτόν χρηματική αποζημίωση όχι μικρότερη της αναλογίας 1 : 2

1 Ιανουαρίου  1 Μαΐου  
6 Ιανουαρίου  Του Αγίου Πνεύματος  
Καθαρά Δευτέρα  15 Αυγούστου  
25 Μαρτίου  1 Οκτωβρίου  
1 Απριλίου  28 Οκτωβρίου  
Μεγάλη Παρασκευή  25 Δεκεμβρίου  
Κυριακή του Πάσχα  26 Δεκεμβρίου
Δευτέρα του Πάσχα   

Ποινές

Εάν οποιοσδήποτε Εργοδότης παραβεί ή/και παραλείψει να συμμορφωθεί προς τις διατάξεις των Κανονισμών 3 και 5 του ΠΙΝΑΚΑ του Νόμου είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε ποινή φυλάκισης μέχρι ενός (1) έτους ή σε πρόστιμο μέχρι δύο χιλιάδες λίρες (£2.000 = €3,417) ή και στις δύο ποινές μαζί.


[1] Άρθρο 2 του Ν.80/1968, ως έχει τροποποιηθεί

[2] Ibid.

[3] Άρθρο 6 του Ν.80/1968, ως έχει τροποποιηθεί

[4] Κανονισμός 2 Πρώτου Πίνακα του Ν.80/1968

[5] Κανονισμός 3(3) του Νόμου

[6] Κανονισμός 3(2) του Νόμου

[7] Κανονισμός 5(1) του Νόμου

[8] Κανονισμος 9 του Νόμου

28
Jun2022

ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΠΟΥ ΤΕΛΟΥΝ ΥΠΟ ΚΡΑΤΗΣΗ Ή ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΣΥΛΛΗΨΗ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΟΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ

Τα δικαιώματα που έχουν πρόσωπα που τελούν υπό κράτηση ή κατά την σύλληψη τους στο Κυπριακό Δίκαιο, απορρέουν από τον Νόμο 163(I)/2005[1] και το ΚΕΦ.155[2], ως έχει τροποποιηθεί έως και σήμερα εφεξής θα αναφέρεται ως (ο «Νόμος»). Στα πλαίσια της εναρμόνισης της Κυπριακής Δημοκρατίας με τις πράξεις[3] της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως αναγνωρίζεται από το Σύνταγμα ως ο υπέρτατος νόμος[4], ενσωματώθηκαν στον ίδιο Νόμο οι οδηγίες 2012/13/ΕΕ[5], 2013/48/ΕΕ[6] και 2016/343ΕΕ[7].

Δικαιώματα προσώπων κατά την σύλληψή τους

Πρόσωπο το οποίο συλλαμβάνεται από μέλος της Αστυνομίας, πληροφορείται αμέσως μετά τη σύλληψή του και χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση σε γλώσσα που είναι κατανοητή σε αυτόν για:

  1. Τους λόγους της σύλληψης ή κράτησής του καθώς και για την αξιόποινη πράξη την οποία φέρεται ή κατηγορείται ότι διέπραξε[8].
  2. Δικαίωμα πρόσβασης σε Δικηγόρο[9] (με δικηγόρο της δικής του επιλογής χωρίς την παρουσία οποιουδήποτε άλλου προσώπου)[10].
  3. Να ζητήσει την παρουσία και τη συμμετοχή του δικηγόρου του κατά την ανάκρισή του[11].
  4. Δικαίωμα επικοινωνίας με οποιοδήποτε συγγενικό πρόσωπο ή με τον εργοδότη του ή με άλλο πρόσωπο της επιλογής του (στην παρουσία μέλους της Αστυνομίας)[12].
  5. Δικαίωμα σε νομική αρωγή[13].
  6. Δικαίωμα μετάφρασης[14].
  7. Δικαίωμα σιωπής[15].
  8. Δικαίωμα  της μη αυτοενοχοποίησης[16].
  9. Χώρο κράτησής ή προτιθέμενης κράτησής του[17].

Πρόσβαση σε δικηγόρο[18]

  • Προτού ανακριθεί από την Αστυνομία
  • Εγκαίρως προτού προσαχθεί ενώπιον δικαστηρίου
  • Κατά τη διενέργεια έρευνας ή συλλογής αποδεικτικών στοιχείων από την Αστυνομία
  • Μετά τη στέρηση της ελευθερίας του, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση

Ν.Β Η Αστυνομία Κύπρου έχει την υποχρέωση να τηρεί το απόρρητο της επικοινωνίας μεταξύ του υπόπτου ή του κατηγορουμένου και του δικηγόρου του κατά την άσκηση του προβλεπόμενου στον παρόντα Νόμο δικαιώματος πρόσβασης σε δικηγόρο.

Δικαιώματα κατά την κράτηση

  • Κάθε κρατούμενος δικαιούται να έχει για την υπεράσπισή του εμπιστευτικές συνεντεύξεις με το Δικηγόρο του (χωρίς την παρουσία του οποιουδήποτε)[19]
  • Κάθε κρατούμενος δικαιούται να αποστέλλει και παραλαμβάνει επιστολές[20]:
  • Προς και από το δικηγόρο του (χωρίς οποιαδήποτε παρέμβαση)
  • Προς και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, τον Επίτροπο Διοικήσεως, την Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της Αστυνομίας και οποιαδήποτε διεθνή ή εθνική επιτροπή (χωρίς οποιαδήποτε παρέμβαση)
  • Προς και από συγγενικά, φιλικά ή άλλα πρόσωπα (το περιεχόμενο θα ελέγχεται από μέλος της Αστυνομίας)
  • Δικαίωμα συνάντησης με οποιοδήποτε συγγενικό  ή άλλο πρόσωπο της επιλογής αυτού (με την παρουσία μέλους της Αστυνομίας)[21]

Συνθήκες κράτησης[22]

  • Σεβασμός του δικαιώματός του να μην υποβάλλεται σε:
  • Βασανιστήρια
  • Απάνθρωπη ή ταπεινωτική τιμωρία
  • Οποιασδήποτε σωματική ή ψυχολογική ή διανοητική βία
  • Κάθε κρατούμενος δικαιούται:
  • Αξιοπρεπής μεταχείριση, συμπεριφορά, και διαβίωση
  • Κελί λογικού μεγέθους, στο οποίο παρέχονται οι στοιχειώδεις ανέσεις και συνθήκες υγιεινής, επαρκής φωτισμός και εξαερισμός και κατάλληλος εξοπλισμός ξεκούρασης
  • Να τυγχάνει ιατρικής εξέτασης ή/και περίθαλψης ή/και παρακολούθησης από ιατρό της δικής του επιλογής και να επικοινωνεί για το σκοπό αυτό αυτοπροσώπως τηλεφωνικά μαζί του (στην παρουσία μέλους της Αστυνομίας ή του προσωπικού της φυλακής)[23]

Ν.Β. Σημαντική εξέλιξη αποτελεί η ψήφιση από την βουλή του τροποποιητικού Ν.141(I)/2021, ο οποίος διέγραψε το Άρθρο 30 (Κατάχρηση από κρατούμενο δικαιώματος ιατρικής εξέτασης κ.λπ.) του Νόμου όπου προνοούσε ότι:

«30.  Κρατούμενος είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές, σε περίπτωση που αποδεδειγμένα καταχράται το δικαίωμα ιατρικής εξέτασης ή και περίθαλψης ή και παρακολούθησης ζητώντας τη διεξαγωγή τους χωρίς να αντιμετωπίζει πρόβλημα υγείας που να δικαιολογεί ιατρική εξέταση ή και περίθαλψη ή και παρακολούθηση, με σκοπό  να τύχει ανέσεων ή άλλου οφέλους ή να ταλαιπωρήσει οποιοδήποτε μέλος της Αστυνομίας ή του προσωπικού της φυλακής.»[24]

Δικαίωμα σε αποζημιώσεις

Το Άρθρο 36 του Νόμου, δίδει αγώγιμο δικαίωμα σε οποιοδήποτε πρόσωπο, του οποία τα δικαιώματα (που δίδονται από τον Νόμο) έχουν παραβιαστεί, να κινηθεί δικαστικός εναντίον του κράτους και του μέλους της Αστυνομίας ή του προσωπικού της φυλακής ή υπευθύνου του κρατητηρίου που ευθύνεται για την παραβίαση του δικαιώματός του και δικαιούται για την παραβίαση δίκαιη αποζημίωση.

Disclaimer: Το παρόν άρθρο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί ή/και δεν μπορεί να αποτελέσει νομική συμβουλή και δεσμεύεται με την ημερομηνία έκδοσής του. Δεν αναλύονται εξαντλητικά όλα τα νομικά σημεία, και ως εκ τούτου για περισσότερες πληροφορίες ή/και νομική συμβουλή επικοινωνήστε στο info@landaslaw.com


[1] Ο περί των Δικαιωμάτων Ύποπτων Προσώπων, Προσώπων που Συλλαμβάνονται και Προσώπων που Τελούν υπό Κράτηση Νόμος του 2005 (163(I)/2005)

[2] Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 155)

[3] «Πράξεις» για σκοπούς του παρόντος άρθρου έχουν την ερμηνεία των Κανονισμών, Οδηγιών των νομοθετικών οργάνων της ΕΕ.

[4] ΑΡΘΡΟΝ 1Α του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας

[5] Οδηγία 2012/13/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22ας Μαΐου 2012 σχετικά με το δικαίωμα ενημέρωσης στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών

[6] Οδηγία 2013/48/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22ας Οκτωβρίου 2013 σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης σε δικηγόρο στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας και διαδικασίας εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, καθώς και σχετικά με το δικαίωμα ενημέρωσης τρίτου προσώπου σε περίπτωση στέρησης της ελευθερίας του και με το δικαίωμα επικοινωνίας με τρίτα πρόσωπα και με προξενικές αρχές κατά τη διάρκεια της στέρησης της ελευθερίας»

[7] Οδηγία 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9ης Μαρτίου 2016 για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παράστασης του κατηγορουμένου στη δίκη του στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας

[8] Άρθρο 3(1) (α) του Νόμου

[9] Άρθρο 3(1) (β) του Νόμου

[10] Άρθρο 3(2) (α) του Νόμου

[11] Άρθρο 2(Β) (β) του Νόμου

[12] Άρθρο 3(2) (β) του Νόμου

[13] Άρθρο 3(1) (γ) του Νόμου

[14] Άρθρο 3(1) (δ) του Νόμου

[15] Άρθρο 3(1) (ε)

[16] Άρθρο 3Γ του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 155)

[17] Άρθρο 3(1) (ζ)

[18] Άρθρο 2(Α) του Νόμου

[19] Άρθρο 12 (1) του Νόμου

[20] Άρθρο 15(1) του Νόμου

[21] Άρθρο 16 του Νόμου

[22] Άρθρο 19 του Νόμου

[23] Άρθρο 23 του Νόμου

[24] Ν. 163(I)/2005

21
Jun2022

Ο ΠΛΕΟΝΑΣΜΟΣ ΩΣ ΛΟΓΟΣ ΤΕΡΜΑΤΙΣΜΟΥ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ (ΜΕΡΟΣ Β)

Το βασικό νομοθέτημα που διέπει τις εργασιακές σχέσεις στην Κύπρο είναι ο Περί Τερματισμού Απασχόλησης Νόμος του 1967 (24/1967). Ο συγκεκριμένος νόμος καθορίζει, μεταξύ άλλων, τις περιπτώσεις στις οποίες η απόλυση εργοδοτουμένου θεωρείται νόμιμη και κατ’ επέκταση μη παρέχουσα δικαίωμα σε αποζημίωση.

Μια εξ αυτών των περιπτώσεων είναι όταν ο εργοδοτούμενος καθίσταται πλεονάζων. Στο  άρθρο 18 του Νόμου 24/1967 καθορίζονται εξαντλητικά οι περιπτώσεις πλεονασμού. Συγκεκριμένα, εργοδοτούμενος θεωρείται πλεονάζων όταν η απασχόλησή του τερματίσθηκε για κάποιο από τους  πιο κάτω λόγους:

(1) Ο εργοδότης έπαυσε ή προτίθεται να παύσει να διεξάγει την επιχείρηση στην οποία απασχολείται ο εργοδοτούμενος.

(2) Ο εργοδότης έπαυσε ή προτίθεται να παύσει να διεξάγει την επιχείρηση στον τόπο που απασχολείται ο εργοδοτούμενος.

(3) Ένεκα οποιουδήποτε από τους ακόλουθους λόγους που σχετίζονται με τη λειτουργία της επιχείρησης:

(α) Εκσυγχρονισμός, μηχανοποίηση ή οποιαδήποτε άλλη αλλαγή στις μεθόδους παραγωγής ή οργανώσεως η οποία ελαττώνει τον αριθμό των αναγκαίων εργοδοτουμένων

 (β) Αλλαγές στα προϊόντα ή στις μεθόδους παραγωγής ή στις αναγκαίες ειδικότητες των εργοδοτουμένων

 (γ) Καταργήσεις τμημάτων

 (δ) Δυσκολίες στην τοποθέτηση προϊόντων στην αγορά ή πιστωτικές δυσκολίες

 (ε) Έλλειψη παραγγελιών ή πρώτων υλών ή μέσων παραγωγής

 (ζ) Περιορισμός του όγκου της εργασίας ή της επιχείρησης

Εάν συντρέχει κάποιος ή κάποιοι από τους πιο πάνω λόγους, τότε ο εργοδοτούμενος ο οποίος απασχολήθηκε συνεχώς για 104 εβδομάδες και δεν έχει συμπληρώσει την συντάξιμη ηλικία, δικαιούται σε αποζημίωση από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού.

Ωστόσο, οι ακόλουθες αφορούν περιπτώσεις που ενώ συντρέχουν λόγοι πλεονασμού,  ο εργοδοτούμενος δεν δικαιούται σε πληρωμή από το ταμείο:

Α. εάν πριν από τον τερματισμό της απασχόλησης ο εργοδότης προσφέρει άλλη κατάλληλη απασχόληση και ο εργοδοτούμενος αδικαιολόγητα αρνείται την προσφορά,

Β. εάν η απόλυση έγινε επειδή μεταβιβάστηκε η επιχείρηση του εργοδότη σε άλλο εργοδότη που ανανέωσε τη σύμβαση εργασίας του,

Γ. εάν ο εργοδότης του είναι εταιρεία εγγεγραμμένη με βάση τον περί Εταιρειών Νόμο και τον μεταθέτει σε κατάλληλη απασχόληση σε άλλη εταιρεία που είναι συνδεδεμένη με την εταιρεία στην οποία απασχολείται,

 Δ. εάν πριν από τον τερματισμό της απασχόλησης, άλλος εργοδότης, ο οποίος είναι εταιρεία στην οποία ο προηγούμενος εργοδότης είναι κύριος μέτοχος ή ασκεί ουσιαστικό έλεγχο, προσφέρει στον εργοδοτούμενο κατάλληλη απασχόληση.

Νοείται ότι για να μπορεί να αποταθεί για πληρωμή ο εργοδοτούμενος στο Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού θα πρέπει  η σύμβαση εργασίας να τερματίστηκε με μονομερή πράξη του εργοδότη (απόλυση) και όχι μετά από οικειοθελή αποχώρηση του εργοδοτούμενου ή κατόπιν συμφωνίας μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου.

Ο εργοδοτούμενος θα πρέπει να υποβάλει στο Ταμείο σχετική αίτηση για πληρωμή εντός τριών μηνών από την απόλυση με το δικαίωμα υποβολής να παρατείνεται σε 24 μήνες αν ο αιτητής επικαλεστεί εύλογη αιτία. Εργοδοτούμενος δε ο οποίος δεν ικανοποιείται από την απάντηση του Ταμείου, μπορεί να αποταθεί στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών εντός 9 μηνών από την έκδοση της απόφασης του Ταμείου.

Λόγω απουσίας συγκεκριμένου εργαλείου ή φόρμουλας στην οποία θα μπορούσε να βασιστεί κανείς για να διαπιστώσει εάν πράγματι συντρέχει τέτοιος λόγος, ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δίδεται στη νομολογία η οποία καθιέρωσε κάποιες αρχές για τους λόγους πλεονασμού.

 Ένας από τους πιο συχνά επικαλούμενους λόγους με δυσκολία πολλές φορές στην απόδειξή ύπαρξής του, είναι η μείωση του κύκλου εργασιών του εργοδότη. Αυτό που νομολογιακά προκύπτει είναι ότι ο εργοδότης έχει το βάρος να αποδείξει με την προσκόμιση πειστικών οικονομικών στοιχείων ότι ο συνήθης κύκλος εργασιών της επιχείρησης του μειώθηκε ουσιαστικά τα τελευταία χρόνια πριν τον τερματισμό της απασχόλησης και ότι η απόλυση του εργοδοτούμενου προέκυψε ενόψει της μείωσης. Εάν υπάρχουν στοιχεία που καταδεικνύουν ότι ο εργοδότης, παρά την μείωση, δεν παρουσίαζε συνθήκες πλεονασμού κατά τον ουσιώδη χρόνο τότε δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος (βλ. Α/φοί Γαλαταριώτη Λτδ v. Παρασκευής Γρηγορά κ.α. (2001) 1 Α.Α.Δ. 1985).

Άλλοι συχνά επικαλούμενοι λόγοι πλεονασμού είναι η αναδιοργάνωση και η κατάργηση θέσης ή τμήματος. Ως έχει αναφερθεί στην S & G Colocassides Ltd v. Π. Λαζαρίδης κ.α. (1999) 1 Α.Α.Δ. 2181 η φραστική κατάργηση θέσης από μόνο της δεν μπορεί να αποτελέσει αιτία πλεονασμού. Για να δικαιολογηθεί πλεονασμός πρέπει τα καθήκοντα του υπαλλήλου μετά την αναδιοργάνωση να έχουν εκλείψει ή να έχουν μειωθεί σε τέτοιο βαθμό που να δικαιολογείται η απόλυση του. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στο γεγονός ότι εάν σημαντικό μέρος των καθηκόντων του εργοδοτούμενου υπάρχει και μετά τον τερματισμό της απασχόλησης του και εκτελείται από άλλους εργοδοτούμενους δεν δικαιολογείται πλεονασμός.

Το γραφείο μας διαθέτει εκτενή εμπειρία σε θέματα εργατικού δικαίου. Μπορείτε να επικοινωνήσετε με το γραφείο μας για λήψη εξιδεικευμένης νομικής συμβουλής και προσαρμοσμένης στα δεδομένα της εκάστοτε περίπτωσης.

14
Jun2022

ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΙΟΥΝΙΟΥ 2022: ΑΦΟΡΑ ΙΔΙΟΚΤΗΤΕΣ Ή/ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΑ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΣΕΜΦΕΡΟΝ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΩΝ ΣΤΙΣ ΚΑΤΕΧΟΜΕΝΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ

Ο περί Επαρχιακών Κτηματολογικών Γραφείων Αμμοχώστου και Κυρηνείας (Προσωριναί Διατάξεις) (Τροποποιητικός) Νόμος του 2022

Θετική εξέλιξη αποτελεί η τροποποίηση του Νόμου η οποία υπερψηφίστηκε από την Βουλή των Αντιπροσώπων στις 09/06/2022 και η οποία αφορά τους ιδιοκτήτες ή/και πρόσωπα που έχουν συμφέρον ακίνητων περιουσιών στις κατεχόμενες περιοχές.

  • Σκοπός του νόμου είναι η τροποποίηση του περί Επαρχιακών Κτηματολογικών Γραφείων Αμμοχώστου και Κυρηνείας (Προσωριναί Διατάξεις) Νόμου, ώστε να παρασχεθεί η δυνατότητα για έναρξη νέας διαδικασίας υποβολής δηλώσεων ακίνητης ιδιοκτησίας στις κατεχόμενες περιοχές από τους ιδιοκτήτες τους, ενώπιον του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας.
  • Ενδιαφερόμενοι ιδιοκτήτες θα μπορούν να υποβάλουν τις δηλώσεις τους εντός δώδεκα (12) μηνών από τη δημοσίευση της σχετικής ειδοποίησης του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας

Η σχεική τροποποίηση:

Ο βασικός νόμος τροποποιείται με την προσθήκη στο τέλος αυτού της ακόλουθης ειδικής διάταξης:

16.  Ανεξαρτήτως των προβλεπόμενων στις διατάξεις των άρθρων 4 και 5 σε σχέση με την ετοιμασία και την υιοθέτηση νέων αρχείων και την προθεσμία υποβολής των αναφερόμενων στα εδάφια (1) και (2) του άρθρου 5 δηλώσεων, εφαρμόζονται τα ακόλουθα:

(α)    Από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Επαρχιακών Κτηματολογικών Γραφείων Αμμοχώστου και Κυρηνείας (Προσωριναί Διατάξεις) (Τροποποιητικού) Νόμου του 2022, ο Διευθυντής εντός ενός μηνός, για σκοπούς συμπλήρωσης των υφισταμένων αρχείων καλεί κατόπιν σχετικής ειδοποίησης, η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, καθώς και σε άλλη εφημερίδα και μέσα μαζικής επικοινωνίας, τους ιδιοκτήτες ακινήτων ή/και όσους έχουν συμφέρον σε ακίνητα τα οποία δεν έχουν προηγουμένως δηλωθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου όπως υποβάλουν ενώπιόν του κατά τον καθορισμένο τύπο, δήλωση, για τα πιο πάνω ακίνητα

(β)    Η αναφερόμενη στην παράγραφο (α) δήλωση πρέπει να περιέχει στοιχεία σε σχέση με το συγκεκριμένο ακίνητο περιλαμβανομένου του πιστοποιητικού εγγραφής, εφόσον αυτό υπάρχει, ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία ή έγγραφα τα οποία αφορούν την ύπαρξη  συγκεκριμένου συμφέροντος επί του εν λόγω ακινήτου με βάση τις παραγράφους (α) και (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 5.».[1] 

Ν.Β Το παρόν ενημερωτικό δελτίο αποτελεί ενημέρωση προς το κοινό και σε καμία περίπτωση, δεν παρέχει  οποιαδήποτε νομική συμβουλή. Είναι σε ισχύει από την ημερομηνία έκδοσής του και αφορά την εκάστοτε νομοθεσία μέχρι την ημερομηνία δημοσίευσής του. Νομοθετήματα ή/και κανονισμοί δύναται να αλλάξουν.

Για περισσότερες πληροφορίες επικοινωνήστε μαζί μας στο info@landaslaw.com


[1] Υπογραμμίσεις ή/και σημειώσεις δικές μας

06
Jun2022

Company Law Q&A; On the restoration of a Company

What is the legal status of a Company in Cyprus?

The current legal framework which regulates Companies in Cyprus is the Companies Act (Cap.113), as it has been amended from time to time hereinafter referred to as (the “Law”) and EU Directives and/or Regulations. The fundamental attribute of corporate personality from which indeed all the other consequences flow is that the corporation is a legal entity distinct from its members[1]. Hence it is capable of enjoying right and of being subject to duties which are not the same as those enjoyed or borne by its members[2]. Inter alia, it has “legal personality” in contract with human being, a natural person.

How a company is dissolved?

There are two ways a company can be dissolved in Cyprus. The one is voluntary while the other is involuntary.

Involuntary:

  1. When the Registrar of Companies has good ground to believe that a company is not doing business and/or is not operating, he or she may mail to the company a letter verifying whether the company is doing business or operating[3]. If no answer is given (within (1) month) to the Registrar of Companies, then another registered letter is mailed to the Company (after 14 (fourteen) days), warning that if the Company fails to reply once again in 1 (one) month period the Registrar of Companies will publish a notice and delete the Company from the register[4].
  2. If the Company fails to submit any documents that has the obligation to do so to the Registrar of Companies[5].
  3. If the Company fails to pay the annual levy for a period of more than 1 year[6].
  4. If the Company has a lot of creditors and cannot pay its debts (Court procedure)

Voluntary:

A voluntary dissolution of the Company can take place but not limited to if the Board of Directors of the Company (after signing a resolution) send to the Registrar of Companies a specified form for the dissolution of the Company[7].

How to restore a dissolved Company?

A company that has been dissolved from the Registrar of Companies either voluntarily or involuntary can be reinstated and considered to exist as if it had not been dissolved. There are two options of how to restore a Company in Cyprus, the one is through the Court, while the other is through an administrative procedure.

Restoration through the Court:

  • Any interested party (i.e. member, creditor etc.) has the right for a general petition to the Court for the restoration of the dissolved Company[8].
  • The petition can be made within 20(twenty) years after the dissolution
  • The court, if it is satisfied that the company at the time of its dissolution was carrying out business and/or was in operation, or otherwise that it is right and/or fair for the company to be restored to the register, issues an injunction restoring the company to the register.
  • The interested party shall serve the injunction for the restoration to the Registrar of Companies either by hand or by registered mail.
  • Fee to the Registrar of Companies: €160.00

Administrative restoration[9]

The power of administrative restoration is provided to a company that has been dissolved by the Registrar of Companies for the following reasons:

  1. Failure to submit with the Registrar of Companies any document required by the Law (i.e. Annual Reports, etc.)
  2. Failure to pay the annul leave.
  3. If the Registrar of Companies had a reasonable reason to believe that the company did not carry out business and/or was not operating

The procedure

  • Officer[10] or member of the Company has the right for the petition of administrative restoration (HE 64)[11].
  • The petition can be done within 24 (twenty-four) months after the dissolution
  • Fee to the Registrar of Companies: €20.00
  • This procedure has been applicable from the 6th of December 2021

[1] Definition of members: The Company’s shareholders

[2] Paul L. Davies & Sarah Worthington, “Gower & Davies Principles of Modern Company Law”, Sweet and Maxwell 9th edition (2012), p. 35

[3] Article 327 (1) of the Companies Act (Cap.113)

[4] Article 327 (2) of the Companies Act (Cap.113)

[5] Article 327 (6) of the Companies Act (Cap.113)

[6] Article 327 (2A) b of the Companies Act (Cap.113)

[7] Article 327 (2A) of the Companies Act (Cap.113)

[8] Article 327 (7)A of the Companies Act (Cap.113)

[9] Article 327Α of the Companies Act (Cap.113)

[10] Officer has the meaning of the Director or Secretary of the Company

[11] https://www.companies.gov.cy/assets/modules/wgp/articles/202112/1909/docs/he64_fillable.pdf

11
May2022

ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ (ΜΕΡΟΣ Α): ΠΟΤΕ ΜΠΟΡΕΙ Η ΑΠΟΛΥΣΗ ΝΑ ΘΕΩΡΗΘΕΙ ΝΟΜΙΜΗ; ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΩΝ

Νομοθετικό πλαίσιο

Το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο το οποίο ρυθμίζει τις εργασιακές σχέσεις μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου στο Κυπριακό δίκαιο είναι ο περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος του 1967 (Ν. 24/1967), όπως αυτός έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, εφεξής (ο «Νόμος»). Αποκλειστική δικαιοδοσία να εξετάζει τα ζητήματα επί εργατικών διαφορών, έχει το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι ο Νόμος αυτός, αποτελεί μία τεράστια σύγχρονη κοινωνική κατάκτηση[1] και η εφαρμογή του στην Κυπριακή κοινωνία είναι ύψιστης σημασίας. Η ανάλυση του ωστόσο, πρέπει όχι μόνο να ξεπερνά την πρόθεση του νομοθέτη αλλά και να έχει επιτακτική εφαρμογή στις ανάγκες της σύγχρονης κοινωνίας.

Βάρος Απόδειξης

Σύμφωνα με το Νόμο, ο τερματισμός της απασχόλησης του εργοδοτουμένου από τον εργοδότη τεκμαίρεται ότι έγινε αδικαιολόγητα και παράνομα[2], και ως εκ τούτου ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα εις αποζημίωση[3]. Ο Εργοδότης έχει την υποχρέωση να αποδείξει ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του εργοδοτούμενου έγινε νόμιμα, επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων[4]. Η απόφαση για απόλυση ενός εργοδοτουμένου θα πρέπει να βρίσκεται εντός των πλαισίων των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις για το συγκεκριμένο λόγο βάσει των ενώπιόν του στοιχείων[5].

Λόγοι απόλυσης

Οι λόγοι απόλυσης οι οποίοι θεωρούντε νόμιμοι εάν αποδεικτούν από τον εργοδότη και ως εκ τούτου δεν παρέχουν δικαίωμα εις αποζημίωση στον εργοδοτούμενο, αναφέρονται εξαντηλητικά στον Άρθρο 5 του Νόμου:

  1. όταν ο εργοδοτούμενος παραλείπη να εκτελέση την εργασίαν του κατ’ ευλόγως ικανοποιητικόν τρόπον.
  2. όταν ο εργοδοτούμενος κατέστη πλεονάζων υπό την έννοιαν του Μέρους IV.
  3. όταν ο τερματισμός οφείληται εις ανωτέραν βίαν, πολεμικήν ενέργειαν, πολιτικήν εξέγερσιν, θεομηνίαν ή καταστροφήν των εγκαταστάσεων διά πυρκαϊάς μη οφειλομένης εις εσκεμμένην ενέργειαν ή αμέλειαν του εργοδότου.
  4. όταν η απασχόλησις τερματίζηται κατά την λήξιν συμβάσεως τακτής περιόδου, ή λόγω της υπό του εργοδοτουμένου συμπληρώσεως της κανονικής ηλικίας αφυπηρετήσεως βάσει εθίμου, νόμου, συλλογικής συμφωνίας, συμβάσεως, κανόνων της εργασίας ή άλλως.
  5. όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως.
  6. άνευ επηρεασμού της γενικότητος της αμέσως προηγουμένης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ’ όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως:
  7. διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή.
  8. διάπραξις σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του.
  9. διάπραξις ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηρός συγκαταθέσεως του εργοδότου του.
  10. απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του.

Περεταίρω οι πιο κάτω λόγοι δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να θεωρήσουν τον τερματισμό της απασχόλησης νόμιμο:

  • Η ιδιότητα μέλους σε συντεχνία ή/και η συμμετοχή εκτός των εργάσιμων ωρών.
  • Η ιδιότητα ή/και το αξίωμα ως αντιπροσώπου εργατών
  • Η καλόπιστη υποβολή παραπόνου εναντίων του εργοδότη ή/και η συμμετοχή σε αστική ή ποινική διαδικασία.
  • Διάκριση λόγω φυλής, χρώματος, φύλο, οικογενειακή κατάσταση, θρησκεία, πολιτικές απόψεις, εθνική προέλευση ή κοινωνική καταγωγή.
  • Εγκυμοσύνη ή/και μητρότητα.
  • Η λήψη γονικής άδειας ή άδειας για λόγους ανωτέρας βίας.

Προειδοποίηση τερματισμού από εργοδότη

Ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να δώσει ελάχιστη προειδοποίηση στον εργοδοτούμενο δυνάμει το Άρθρο 9 του Νόμου:

Εβδομάδες συνεχείς απασχόλησειςΠερίδος προειδοποίησης
=26   ή < 521 εβδομάδα
=52   ή < 1042 εβδομάδες
=104 ή < 1564 εβδομάδες
=156 ή < 2595 εβδομάδες
=260 ή < 3116 εβδομάδες
=312 ή < –7 εβδομάδες

NB. Νοείται ότι καμία προειδοποίηση δεν χρειάζεται να δωθεί από τον εργοδότη, κατά την διάρκεια δοκιμαστικής περιόδου (probation period).

Διαφυλάξεις δε υπάρχουν και για τις περιπτώσεις όπου ο εργοδότης επιθυμεί όπως πληρώσει τον εργοδοτούμενο έναντι προειδοποιήσεως[6].

Προειδοποίηση τερματισμού από εργοδοτούμενο

Ο εργοδοτούμενος έχει την υποχρέωση να δώσει ελάχιστη προειδοποίηση στον εργοδότη δυνάμει του Άρθρου 10 του Νόμου:

Εβδομάδες συνεχείς απασχόλησειςΠερίδος προειδοποίησης
=26   ή < 521 εβδομάδα
=52   ή < 2602 εβδομάδες
=260 ή < –3 εβδομάδες

NB. Νοείται ότι καμία προειδοποίηση δεν χρειάζεται να δωθεί από τον εργοδοτούμενο, κατά τη διάρκεια δοκιμαστικής περιόδου (probation period).

Δικαίωμα εις αποζημίωση και Υπολογισμός

Σε περίπτωση όπου οι ανωτέρω λόγοι που έχουν αναφερθεί δεν ικανοποιήσουν το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών ότι ο τερματισμός της απασχόλησης έγινε νόμιμα, τότε θα εκδικαστούν αποζημιώσεις υπέρ του εργοδοτούμενου[7].

Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών έχει την απόλυτη διακριτική εξουσία στον υπολογισμό του εκδικαζόμενου ποσού πληρωμής, με τον μόνο περιορισμό τη μη εκδίκαση ποσού χαμηλότερου ποσού από ότι θα έπαιρνε ο εργοδοτούμενος σε περίπτωση πλεονασμού και μη μεγαλύτερου ποσού των ημερομησθίων 2 ετών.

Έχει δε την υποχρέωση να λάβει υπόψη τα κατωτέρο στον υπολογισμό του ποσού αποζημίωσης[8]:

  • τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβές του εργοδοτουμένου.
  • τη διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου.
  • την απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου.
  • τις πραγματικές συνθήκες του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου.
  • την ηλικία του εργοδοτουμένου.

[1] Kanika Developments Ltd ν. Λουκά (2004) 1 A.A.Δ. 603

[2] Άρθρο 6(1) του Ν. 24/67 όπως έχει τροποποιηθεί

[3] Άρθρο 3 του Ν.24/67

[4] Πολ. Έφεση 103/2012 Μ. Γεωργίου ν. Columbia World Wide Movers Ltd ημερ.7/7/2017

[5] Galatariotis Telecommunications Ltd (2003) 1 Α.Α.Δ.318 & HSBC Bank plc (formerly Midland Bank plc) v. Madden (2001) 1 All ER. 550

[6] Άρθρο 11 του Νόμου  24/67,  όπως έχει τροποποιηθεί

[7] Άρθρο 3 του Νόμου 24/67, όπως έχει τροποποιηθεί.

[8] Πρώτος Πίνακας του Νόμου 24/67, όπως έχει τροποποιηθεί.

This website uses cookies to ensure you get the best experience on our website.
Accept