Category: News

16
Dec2025

Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ: ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΥΚΑΙΡΙΕΣ ΣΕ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΕΡΓΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ

Για να τύχει προστασίας στα πλαίσια του Δικαίου της Πνευματικής Ιδιοκτησίας ένα έργο θα πρέπει να αποτελεί πνευματική δημιουργία του δημιουργού του και να εμπεριέχεται και να αντικατοπτρίζεται σε αυτό η προσωπικότητα του δημιουργού του.

Η Σύμβαση της Βέρνης (1886), τις πρόνοιες της οποίας ενσωματώνει η Οδηγία για τα Δικαιώματα Πνευματικής Ιδιοκτησίας στην Κοινωνία της Πληροφορίας 2001/29/ΕΚ (InfoSoc), ορίζει στο Άρθρο 2(1) ότι:

“The expression ‘literary and artistic works’ shall include every production in the literary, scientific and artistic domain, whatever may be the mode or form of its expression…”¹

Έτσι ως έργο θεωρείται κάθε πρωτότυπη δημιουργία στην οποία υπάρχει πνευματική συμβολή του δημιουργού, ανεξάρτητα από τη μορφή ή το μέσο έκφρασης.

Διάκριση ιδέας-έκφρασης της ιδέας
Ιδιαίτερα σημαντικό και ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύει την έκφραση της ιδέας και όχι την ίδια την ιδέα. Αυτό δηλαδή που ουσιαστικά προστατεύεται είναι η συγκεκριμένη μορφή με την οποία αυτή η ιδέα εκφράζεται, προστατεύοντας έτσι η διάκριση αυτή τη δημιουργικότητα και την ελευθερία έκφρασης. (Άρθρο 2-WIPO copyright treaty).

Πρωτοτυπία
Η πρωτοτυπία είναι ουσιώδης προϋπόθεση για την προστασία ενός έργου από το δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας, παρόλο που καμία ευρωπαϊκή οδηγία δεν αναφέρεται και δεν αποδίδει την έννοια της πρωτοτυπίας ως τέτοια προϋπόθεση. Νομολογιακά προκύπτει ότι ένα έργο είναι πρωτότυπο όταν αντικατοπτρίζει την προσωπικότητα του δημιουργού του, όταν αποτελεί δηλαδή πνευματικό του δημιούργημα. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι το έργο θα πρέπει να είναι αποτέλεσμα ελεύθερων και δημιουργικών επιλογών του δημιουργού, χωρίς τεχνικούς ή άλλους εξωτερικούς περιορισμούς.

Η ανθρώπινη δημιουργικότητα αποτελεί ουσιαστικά στοιχείο ουκ άνευ, απαραίτητο δηλαδή ώστε να μπορούν να αποδοθούν πνευματικά δικαιώματα, με το Δικαιο Πνευματικής Ιδιοκτησίας να έχει βασισθεί κατεξοχήν στο ανθρωποκεντρικό στοιχείο της δημιουργικότητας.

Εδώ ακριβώς έγκειται και το ζήτημα του κατά πόσο ένα έργο που έχει παραχθεί από ή με Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να τύχει τέτοιας προστασίας στα πλαίσια του Δικαίου Πνευματικής Ιδιοκτησίας. Στο σημείο αυτό υπεισερχόμαστε και στη σημασία της πρωτοτυπίας ως αναγκαία προϋπόθεση καθότι αυτή συνδέεται άρρηκτα με την ανθρώπινη δημιουργική επιλογή και τη δημιουργική ελευθερία του προσώπου κατά τρόπο που αυτή να αντανακλά την προσωπικότητά του οδηγώντας σε έργα υποκείμενα σε πνευματικά δικαιώματα.

Συνακόλουθα προκύπτει εδώ το ερώτημα πώς θα μπορούσε να αποδοθεί δημιουργική επιλογή στα έργα που παράγονται από ή με Τεχνητή Νοημοσύνη όταν αυτή δεν προέρχεται από άνθρωπο αλλά μέσω αλγοριθμικής διαδικασίας. Ή μήπως είναι αρκετό το γεγονός ότι για να δημιουργηθεί το έργο με Τεχνητή Νοημοσύνη απαιτείται ανθρώπινη συμβολή (πχ μέσω prompt engineering κλπ); Σε αυτό το σημείο η συμβολή του ανθρώπου στη διαδικασία δημιουργίας έργου μέσω Τεχνητής Νοημοσύνης μπορεί να παρουσιάζει διαβαθμίσεις οδηγώντας κατ’ επέκταση στην απόδοση προστασίας ή μη στη βάση του Δικαίου Πνευματικής Ιδιοκτησίας. Όταν δηλαδή η παραγωγή και δημιουργία έργου είναι πλήρως αυτόνομη, χωρίς δηλαδή ανθρώπινη παρέμβαση, το παραγόμενο έργο πιθανόν να μην προστατεύεται. Όταν όμως υπάρχει ανθρώπινη συμβολή (όπως η διαμόρφωση ρυθμίσεων, η σύνταξη prompts κλπ) θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ανθρώπινη δημιουργικότητα που να δικαιολογεί κατ’ επέκταση την παροχή προστασίας.

Είναι προφανές ότι το ισχύον νομικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν καλύπτει τις περιπτώσεις των έργων που παράγονται από ή με Τεχνητή Νοημοσύνη καθότι δεν έχει θεσπισθεί -ακόμη- ειδική ρύθμιση για την αναγνώριση τέτοιων δικαιωμάτων και τέτοιων έργων. Η δε σχετική Νομολογία του ΔΕΕ είναι στο παρόν στάδιο περιορισμένη και η οποία ωστόσο δεν αμφισβητεί κανείς ότι θα εξελιχθεί ταχέως τα επόμενα χρόνια πάνω σε αυτό το ζήτημα.

Ωστόσο αν και δεν υπάρχει μέχρι στιγμής νομολογία για έργα που παράγονται από Τεχνητή Νοημοσύνη, ορισμένες υποθέσεις μπορούν να ειδωθούν αναλογικά.

Στην υπόθεση Autobahnmaut  (Germany, Federal Court of Justice, 2014), κρίθηκε ότι τα δεδομένα που παράγονται αυτόματα από συστήματα ελέγχου διοδίων δεν προστατεύονται λόγω απουσίας του στοιχείου της ανθρώπινης δημιουργικότητας.

Στην υπόθεση Naruto v Slater (US District Court for the District of Montana, 2018), το Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών αποφάνθηκε ότι μη ανθρώπινο ον δεν μπορεί να αποκτήσει δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας.

Στην υπόθεση Stephen Thaler v Commissioner of Patents [2022] FCA 879 (Australia), o Thaler υπέβαλε αίτηση διπλώματος ευρεσιτεχνίας ισχυριζόμενος ότι η εφεύρεση είχε δημιουργηθεί από ένα σύστημα Τεχνητής Νοημοσύνης με την ονομασία “Dabus” και κατ΄επέκταση ως εφευρέτης δηλωνόταν το Dabus. Στην εν λόγω υπόθεση κρίθηκε ότι ο εφευρέτης πρέπει να είναι μόνο φυσικό πρόσωπο, δείχνοντας έτσι ότι προς το παρόν, το νομικό πλαίσιο αντιμετωπίζει την Τεχνητή Νοημοσύνη ως εργαλείο και όχι ως αυτόνομο εφευρέτη κατά τρόπο που να μπορεί να του απονεμηθεί προστασία, επιβεβαιώνοντας την παραδοσιακή ανθρωποκεντρική προσέγγιση.

Στην υπόθεση Nova Productions Ltd v Mazooma Games Ltd [2007] EWCA Civ 219, η Nova Productions κατείχε πνευματικά δικαιώματα για ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι μπιλιάρδου, με τη Mazooma να έχει δημιουργήσει παρόμοιο παιχνίδι με τη βοήθεια προγραμματιστή. Η Nova ισχυρίστηκε ότι υπήρξε παραβίαση πνευματικών δικαιωμάτων και ότι οι παίκτες ή το λογισμικό της Mazooma αντέγραψαν την οπτική μορφή του παιχνιδιού. Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε την αρχή ότι ο υπολογιστής δεν μπορεί να είναι δημιουργός, εδραιώνοντας την αρχή ότι τα έργα που παράγονται από υπολογιστικά συστήματα δεν μπορούν να αποδοθούν σε μηχανές αλλά σε φυσικά πρόσωπα καθότι οι εικόνες που παράγει το λογισμικό ανήκουν στον προγραμματιστή και όχι στον υπολογιστή.

Η πιο πάνω υπόθεση μπορεί να ειδωθεί αναλογικά υπό τη σκοπιά της Τεχνητής Νοημοσύνης με την έννοια ότι, θα μπορούσε να αποδοθεί προστασία σε ένα έργο που παράγεται μέσω Τεχνητής Νοημοσύνης – εφόσον βεβαίως υπάρχει ανθρώπινη συμβολή στη δημιουργία του και όχι αυτόνομη παραγωγή-, ωστόσο ως δημιουργός του έργου αυτού και κατ’ επέκταση φορέας δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, να χαρακτηρισθεί ο δημιουργός/χρήστης που καθοδηγεί την Τεχνητή Νοημοσύνη και όχι η μηχανή.

Ενδιαφέρουσα ωστόσο υπήρξε και η προσέγγιση στην υπόθεση Shenzhen Tencent v Shanghai Yingxun [2019] YUE Min Chu Zi No. 222 (China), στην οποία η Tencent άσκησε αγωγή για παραβίαση πνευματικών δικαιωμάτων εναντίον της Yingxun ισχυριζόμενη ότι αντέγραψε χωρίς άδεια άρθρο στην ιστοσελίδα της, το οποίο δημιουργήθηκε αυτόματα από σύστημα Τεχνητής Νοημοσύνης με σχετική αναφορά στον τρόπο δημιουργίας του μέσω AI. Το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο αποτελεί έργο προστατευόμενο από το νόμο περί πνευματικής ιδιοκτησίας, δίδοντας έμφαση στην ανθρώπινη συμβολή της ομάδας της Tencent υπό την έννοια ότι αυτή ήταν που εκκίνησε τη διαδικασία δημιουργίας του έργου μέσω της επιλογής και διαμόρφωσης των δεδομένων, προτύπων και αλγορίθμων που οδήγησαν στη δημιουργία του άρθρου.

Παρόλο που το Δικαστήριο δεν ξεκαθάρισε εάν όλα τα μέσω Τεχνητής Νοημοσύνης έργα θα έχουν αυτόματη προστασία, φαίνεται ότι το στοιχείο της ανθρώπινης συμβολής θα αποτελεί το κλειδί για την αναγνώριση της προστασίας στη βάση του Δικαίου Πνευματικής Ιδιοκτησίας.

Ιδιαίτερη σημασία φαίνεται να έχει γενικότερα και ο ρόλος των Prompts, των οδηγιών δηλαδή που δίδει ο χρήστης στο σύστημα Τεχνητής Νοημοσύνης, υπό την έννοια ότι η επιλογή των οδηγιών αυτών, ενδεχομένως να θεωρηθεί ότι εμπεριέχουν το στοιχείο της δημιουργικής ελευθερίας και βούλησης το οποίο εμπερικλείει επίσης και το στοιχείο της πρωτοτυπίας και συνακόλουθα να θεωρηθεί ότι το παραγώμενο έργο είναι επιδεχόμενο προστασίας, με δημιουργό ωστόσο το φυσικό πρόσωπο που διαμόρφωσε αυτές τις οδηγίες.

Επικρατέστερη φαίνεται μέχρι στιγμής να είναι η ευέλικτη ερμηνεία του κριτηρίου της πρωτοτυπίας, ώστε να αναγνωρίζεται πνευματική προστασία σε έργα που παράγονται με Τεχνητή Νοημοσύνη, εφόσον υπάρχει ανθρώπινος έλεγχος και επιλογή στο τελικό αποτέλεσμα, διατηρώντας έτσι τον ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα που διέπει το Δίκαιο Πνευματικής Ιδιοκτησίας, προσαρμοζόμενη ωστόσο στη νέα πραγματικότητα. Αυτή της ανάπτυξης της Τεχνητής Νοημοσύνης, η οποία μεν θα μπορούσε να θεωρηθεί το εργαλείο, το μέσο δημιουργίας, με τον άνθρωπο ωστόσο που επιλέγει και καθοδηγεί με τις επιλογές του τη δημιουργία έργου, να είναι ουσιαστικά ο δημιουργός.

Η ανάδυση συνεπώς της Τεχνητής Νοημοσύνης – με τη χρήση της να οδηγεί στη δημιουργία έργων- κλονίζει τη θεμελιώδη αρχή της ανθρωποκεντρικής δημιουργικότητας, προκαλώντας εύλογα πλέον ερωτήματα στο τί συνιστά έργο επιδεχόμενο προστασίας και ποιος μπορεί να χαρακτηρισθεί ως δημιουργός τέτοιων έργων.Τα πιο πάνω προβληματίζουν και θα συνεχίζουν να προβληματίζουν τις έννομες τάξεις. Το μόνο βέβαιο είναι ότι βρισκόμαστε ακόμη στην αρχή της εξελικτικής πορείας των νομικών προεκτάσεων της Τεχνητής Νοημοσύνης τόσο γενικότερα όσο και ειδικότερα όσον αφορά στο Δίκαιο της Πνευματικής Ιδιοκτησίας, με βασικότερη πρόκληση της εξισορρόπηση της ενθάρρυνσης της καινοτομίας και της διασφάλισης των δικαιωμάτων των δημιουργών και της ένταξης της Τεχνητής Νοημοσύνης στην εξισορρόπηση αυτή.

28
Nov2025

Cybersecurity Attacks and Data Breaches: Regulatory and Legal Framework in Cyprus.

In the digital age, cybersecurity breaches—commonly referred to as “hacking incidents”—have become increasingly disruptive, posing significant legal, financial, and reputational risks to organizations. These incidents can lead to unauthorized access to sensitive information, causing harm not only to the affected companies but also to individuals whose data may be compromised. It is therefore imperative for Cypriot companies to be well-informed about their responsibilities and to take prompt action to mitigate the consequences of such breaches. This article provides a concise overview of the key guidelines that should be followed in the event of a data breach.

First and foremost, under the General Data Protection Regulation (GDPR) — Regulation (EU) 2016/679 of the European Parliament and of the Council of 27 April 2016 (hereinafter referred to as “the Regulation”) — organizations have clear legal obligations in the event of a personal data breach. Pursuant to Article 33 of the regulation, when a breach occurs, the Data Protection Officer (DPO), or another responsible person within the organization, must notify the Office of the Commissioner for Personal Data Protection without undue delay and, where feasible, no later than 72 (seventy – two) hours after becoming aware of the breach. This timely notification is critical to ensure appropriate regulatory oversight and to protect the rights of data subjects.

It has to be noted that if such notification is not made within the 72-hour timeframe, the entity must provide a justified explanation for the delay. The notification must, inter alia, include the nature of the personal data breach, the categories and approximate number of data subjects affected, the likely consequences of the breach, and the measures taken or proposed to address the breach and mitigate its potential adverse effects. In reference to the above – mentioned according to article 34 of the regulation, when the personal data breach is likely to result in a high risk to the rights and freedoms of natural persons, the data controller must also communicate the breach to the data subjects without undue delay, using clear and plain language to describe the nature of the breach.

Furthermore, the hacking incident must be reported to the relevant police authorities without undue delay. Timely notification is essential to enable law enforcement to initiate appropriate investigative and protective actions, mitigate any ongoing or future threats, facilitate potential criminal proceedings, and uphold the rights and interests of the individuals whose personal data may have been compromised.

While criminal prosecution is a vital aspect of addressing cybercrime, victims of such incidents may also seek civil remedies through the courts to obtain compensation and prevent further harm. In the aftermath of a cyber incident—such as hacking, data breaches, or unauthorized interference with servers—interim reliefs play a critical role in preserving evidence, protecting sensitive data, and preventing further harm. These remedies are granted by the court on an urgent and often ex part (without notice) basis, particularly where the risk of irreparable damage or destruction of evidence exists. The most essential interim reliefs in such cases are inter alia the following:

  1. Prohibitory Injuctions: A prohibitory injunction restrains a party—typically the alleged hacker or a third party in possession of compromised data—from engaging in harmful conduct. In the context of cyber incidents, such injunctions may prohibit the continued unauthorized access to systems or databases, distribution, sale, or publication of stolen data as well as the communication or disclosure of confidential or sensitive information. These orders are often accompanied by ancillary reliefs, including requirements to preserve digital records or log user activity.
  2. Norwich Pharmacal orders: it is essential to state that Norwich Pharmacal Orders can be characterized as a very useful tool in such cases and are used to compel third parties (such as ISPs, hosting providers, or platforms) to disclose the identity of anonymous wrongdoers — for instance, the IP address or account information used in the hacking. Such orders are essential when the perpetrator’s identity is unknown, allowing the victim to gather necessary information to initiate formal proceedings. When hackers are unknown, claimants often rely on Norwich Pharmacal orders to compel disclosure from third parties to trace the culprit before pursuing full civil or criminal actions.
  3. Mandatory Injunctions: Unlike prohibitory injunctions, mandatory injunctions compel a defendant to undertake specific actions. In cyber-related claims, courts may order the defendant to: Return or destroy unlawfully obtained data, disable accounts or services used to carry out the breach and Provide access credentials or assist in forensic investigations. Given their invasive nature, mandatory injunctions are generally granted only where the claimant can demonstrate an overwhelming need and the inadequacy of alternative remedies.
  4. In reference to the above – mentioned, Gagging orders (or non-disclosure injunctions) may be granted to: Prevent the media or other third parties from reporting on the incident, prohibit the publication or further dissemination of compromised data and protect the identity of affected individuals or parties under investigation.
  5. An Anton Piller order is a powerful civil court injunction that permits the claimant to enter the defendant’s premises without prior warning to search for, inspect, and seize evidence relevant to the claim. In the context of hacking or illegal interference with computer systems, Anton Piller orders serve critical functions, including inter alia the following:  Seizing compromised data or stolen information and preventing the destruction or concealment of digital evidence since hackers or perpetrators may delete files, erase logs, or otherwise tamper with electronic data once they learn of legal action.

It is essential to state that English case – law treats hacking incidents with increasing seriousness, recognizing them as significant violations of property rights and personal privacy under common law principles. Courts have consistently upheld that unauthorized access to computer systems constitutes a tortious wrong, often framed as trespass to chattels or misuse of private information. Additionally, English courts have demonstrated a strong willingness to grant robust interim remedies—such as injunctions and Anton Piller orders—to prevent ongoing harm and preserve crucial digital evidence. Through precedent, the judiciary emphasizes the need to protect both commercial interests and individual data privacy, balancing the rapid technological developments with established legal doctrines. This evolving body of case law reflects a proactive approach in addressing cybercrime within the civil justice system alongside parallel criminal prosecutions.

In conclusion, addressing hacking incidents requires swift action, clear legal obligations, and effective remedies to protect data and prevent further damage. Legal systems are evolving to respond firmly to cyber threats, balancing the need for security with individual rights. Coordinated regulatory, criminal, and civil measures are essential to combat and mitigate the impact of cybercrime in today’s digital world.

04
Sep2025

Gold Magazine – The Legal Issue

We’re delighted to be featured in the latest edition of Gold Magazine-The Legal Issue!

The article highlights our journey, our core values, and our commitment to providing trusted legal solutions in Cyprus and beyond.

You can read the full article here: https://www.magloft.com/app/goldmagazine#/reader/529493/1937101

23
Jul2025

Top 7 Practical Tips for Protecting Your Trademark in Cyprus and the EU

Your brand is one of your business’s most valuable commercial assets. Whether it takes the form of a name, logo, or slogan, your brand identity deserves legal protection. Registering a trademark grants you the exclusive right to use that mark in connection with your goods or services and provides a legal basis to prevent third parties from imitating or exploiting your brand recognition. A trademark is legally defined as a distinctive sign, or combination of signs, that identifies and differentiates the goods or services of one undertaking from those of another. As such, it is one of the most significant forms of intellectual property a business can own. Therefore, in this article, we outline 7 practical tips for protecting your trademark effectively in Cyprus and the European Union.

TIP 1. Register the Mark Early

Trademarks are granted on a first-to-file basis, both in Cyprus and at the EU level. That means if someone else registers your brand name before you do, you could lose the right to use it, even if you used it first. As prior use alone does not automatically confer enforceable rights, early registration is essential to secure your rights and avoid costly rebranding or legal disputes in the future.

TIP 2. Choose a Strong, Distinctive Mark

Not all names or logos can be registered. Aim for a distinctive name or logo, something that sets your business apart and isn’t already in use. Made-up words or unusual combinations are often the strongest. Choose something that does not describe your product or service, like “Cold and Creamy” for ice cream, or too generic like “Computer” for computers. Add a distinctive feature to the mark. Bear in mind that adding one colour to the descriptive words will generally not be sufficient to overcome lack of distinctiveness.

TIP 3. Do a Thorough Search Before You Apply

Before filing a trademark application, it is essential to conduct a thorough search to determine whether identical or similar trademarks have already been registered. This can be done through official intellectual property databases at national, EU, or international level. Engaging in a professional trademark clearance search can significantly reduce the risk of infringing existing rights, helping you avoid potential legal disputes, costly rebranding, and delays in the registration process.

TIP 4. Decide Where You Need Protection

If you only trade in Cyprus, a national trademark may be sufficient for the intended purpose. But if you sell online or in multiple EU countries, a European Trademark could offer broader protection with one single application covering all 27 EU member states.

TIP 5. Think Beyond Logos

Trademarks aren’t limited to logos. You can register, words, brand names, slogans, sounds, shapes, colours and even product packaging. A broad trademark strategy helps you protect all the elements that make your brand unique. It should be noted that a trademark does not protect the external appearance of a product, nor an invention. If you wish to protect the appearance of your product or your invention, you may be able to do so through other forms of intellectual property rights.

TIP 6. Use It or Lose It – And Don’t Forget to Renew

A registered trademark is valid for a period of ten years and can be renewed indefinitely, provided it continues to meet the legal requirements. However, if a trademark is not put to genuine commercial use for a continuous period of five years, it may become vulnerable to revocation on the grounds of non-use. To maintain protection, ensure that the trademark is actively used in connection with the specific goods and services for which it was registered. Additionally, it is crucial to monitor and comply with renewal deadlines to preserve your rights.

TIP 7. Monitor and Enforce Your Rights

Registration is only the first step in protecting your trademark. Ongoing enforcement is essential, as it is the trademark owner’s responsibility to monitor the market and take appropriate action against potential infringements. This may involve sending cease and desist letters, filing oppositions against conflicting trademark applications, or initiating legal proceedings where necessary. To safeguard your rights effectively, consider implementing a trademark watch service and consulting regularly with your legal advisors to ensure prompt and strategic enforcement.

Protecting your trademark doesn’t have to be complicated, but it does require a proactive approach. Whether you’re launching a new brand or expanding into new markets, early legal advice can help you navigate potential risks, ensure compliance with local requirements, and avoid costly disputes.

Our firm GIORGOS LANDAS LLC is here to guide you through the trademark process, whether in Cyprus, across the EU or even internationally. Get in touch with us if you’d like to discuss your brand protection strategy.

For more information, feel free to contact us through our website https://landaslaw.com/ or by emailing info@landaslaw.com.

21
May2025

EU UPDATES ON INTELLECTUAL PROPERTY

NEW COMMON COMMUNICATION CP15 “COMPARISON OF GOODS AND SERVICES – TREATMENT OF TERMS LACKING CLARITY AND PRECISION AND COMMON INTERPRETATION OF CANON CRITERIA AND OTHER FACTORS” PUBLISHED BY EUROPREAN INTELLECTUAL PROPERTY NETWORK ON MARCH 2025.

This Article focuses and analyses the new CP15 which aims to harmonize how European Intellectual Property offices assess the similarity of goods and services in trademark disputes, specifically when dealing with vague or imprecise terms.

In general, the European Union Intellectual Property Network (EUIPN) issues Common Practices to harmonize the way intellectual property laws are interpreted and applied across the EU, especially in relation to trademarks and designs. These practices are not legally binding but are widely followed by national IP offices and courts in the EU to ensure consistency.

In March of 2025, EUIPN issued a common communication known as CP15 which according to the announcement of the Cyprus Intellectual Property Section of the Department of Registrar of Companies and Intellectual Property, will be implemented by the Republic of Cyprus on the 12th of June 2025 for procedures that will initiate after the implementation date.

CP15 plays a key role in addressing the challenges posed by unclear or imprecise terms in trademark disputes. It focuses on the comparison of goods and services using the well-established case – law criteria, known as Canon criteria and other relevant factors. This is particularly important because, in the past, vague or overly broad terms created legal uncertainty, as decisions regarding the similarity of compared goods and services varied significantly across jurisdictions. While CP1 brought clarity at the registration stage by identifying acceptable and unacceptable terms, CP15 is specifically concerned with how goods and services are compared in the context of trademark disputes.

CP15 provides guidance to the EUIPO and national IP offices across the EU, aiming to promote consistent decision-making and enhance legal certainty. Rather than offering a fixed list of unclear terms or prescribing specific outcomes, it outlines principles to guide the assessment of goods and services. This approach improves transparency and predictability for both examiners and trademark applicants/owners.

The methodology under CP15 is grounded in established case-law and considers factors such as the nature, purpose, method of use, complementarity, competition, distribution channels, target consumers, and the potential common origin of the goods and services being compared. These criteria ensure that comparisons are conducted in a logical, structured, and evidence-based manner.

Importantly, the fact that a term in an earlier trademark is vague does not mean it will be excluded from the comparison. Instead, such terms will be interpreted based on their literal meaning and the context of their classification. The EU General Court has confirmed in multiple cases that trademark owners who fail to define their goods and services clearly cannot later benefit from that vagueness in legal proceedings. CP15 embeds this principle, discouraging the strategic use of vague terms and encouraging precision in trademark specifications.

TIP FOR TRADEMARK OWNERS: Precision in defining the goods and services of your trademark is essential, not only during the registration process but also in any future trademark disputes. Clear and specific terms strengthen your position and reduce the risk of legal uncertainty.

This article is intended to provide general guidance on the topic. At GIORGOS LANDAS LLC, we assist clients in identifying clear and specific goods and services for their trademark applications, helping to avoid the risks associated with vague or overly broad terms. Whether you are filing in Cyprus, the European Union, or internationally, we are here to support you in ensuring your trademark rights are well-defined and enforceable. For more information, feel free to contact us through our website or by emailing info@landaslaw.com. To learn more about the new CP15 and its implications, you may also refer to the official EUIPN website (www.euipn.org).

06
May2025

Η ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ ΣΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ: ΝΟΜΙΚΕΣ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

Η παρούσα μελέτη επικεντρώνεται στη θεμελίωση και την εφαρμογή του Δικαίου της Ανάγκης στο Κυπριακό Δημόσιο Δίκαιο, το οποίο συνιστά μια καθοριστική πτυχή της συνταγματικής ιστορίας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Μέσα από το σχολιασμό ορισμένων νομολογιακών αποφάσεων, οι οποίες εύλογα μπορούν να χαρακτηριστούν ως ορόσημο, γίνεται μια σύντομη ανάλυση του Δικαίου της Ανάγκης. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται επίσης στη σχέση του με τα ανθρώπινα δικαιώματα, όπως αυτά κατοχυρώνονται και προστατεύονται από το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας.

I. Εισαγωγή.    

Είναι καθολικά παραδεκτό, πως η ύπαρξη και η ορθή εφαρμογή ενός συνταγματικού κειμένου αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο του συνταγματικού οικοδομήματος καθώς και  sine qua non στοιχεία μιας ευνομούμενης πολιτείας[1]. Αναφορικά με το κυπριακό συνταγματικό πλαίσιο, είναι αδιαμφισβήτητο το γεγονός πως το κυπριακό Σύνταγμα κρίνεται ως ένα sui generis Σύνταγμα,  του οποίου η πολυπλοκότητα, ο  λεπτομερής και  υπερβολικά άκαμπτος χαρακτήρας καθώς και η αυστηρή πλην όμως δικαιολογημένη κριτική την οποία δέχθηκε συνιστούν ιδιαίτερα γνωρίσματα του[2]. Ειδικότερα,  ο De Smith επισήμανε πως το κυπριακό Σύνταγμα αποτελεί ένα «τραγικό και σε μερικές περιπτώσεις σχεδόν κωμικό κείμενο»[3] αντανακλώντας με το πιο εμφατικό τρόπο την εντελώς λανθασμένη φιλοσοφία του[4]. Πράγματι, το κυπριακό Σύνταγμα αποτέλεσε την απόρροια μιας επίπονης διαδικασίας διαπραγματεύσεων ενώ ιδιαίτερη αίσθηση προκαλούν αφενός οι δοτές ιδιομορφίες του και αφετέρου η ισχυρή παρουσία της δυαδικής αρχής η οποία βρίσκεται εμποτισμένη σε ποικίλες ουσιαστικές διατάξεις του Συντάγματος[5].       Τα γεγονότα τα οποία ακολούθησαν την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και έλαβαν χώρα το Δεκέμβριο του 1963 είχαν ως άμεση απόρροια τη δημιουργία μιας πρωτοφανούς συνταγματικής κρίσεως, με το κυπριακό Σύνταγμα όπως είχε διαμορφωθεί να μην ήταν ικανό να αντιμετωπίσει τη συνταγματική αυτή παράλυση και το ενδεχόμενο κατάρρευσης του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης να γίνεται όλο και πιο πιθανόν[1].   Ως εκ τούτου, η εισαγωγή της αρχής του δικαίου της ανάγκης στο κυπριακό νομικό σύστημα κρίθηκε ως επιβεβλημένη προκειμένου το τελευταίο να αποκτήσει τη δυνατότητα συνέχισης της λειτουργίας του παρά τις αντιξοότητες και τα συνταγματικά αδιέξοδα τα οποία προέκυψαν μετά το 1963[2].

Για την υποδοχή και αποδοχή της ζωτικής για το κυπριακό σύστημα νομικής αρχής του Δικαίου της Ανάγκης, τα λατινικά αξιώματα «salus populi suprema lex esto»[3] και «necessitas non habet legem»[4] διαδραμάτισαν καθοριστικό  παράγοντα.   Δεν πρέπει να παροράται το γεγονός πως το δίκαιο της ανάγκης αποτελεί σημαντική συνέπεια του αυστηρού και άτεγκτου χαρακτήρα του κυπριακού Συντάγματος ενώ αδιαμφισβήτητο είναι το γεγονός πως το δίκαιο της ανάγκης αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του κυπριακού Συντάγματος αφού δίδει τη δυνατότητα παρέκκλισης από ουσιώδεις συνταγματικές διατάξεις οι οποίες εμπεριέχουν το δικοινοτικό στοιχείο προκειμένου να καταστεί εφικτή η συνέχιση της ύπαρξης και λειτουργίας του κυπριακού κράτους[5].  Ο όρος «ανάγκη» υποδηλοί ότι το δίκαιο της ανάγκης αποτελεί ύστατο μέτρο, η επίκληση του οποίου δικαιολογείται όταν και εφόσον απειλείται η λειτουργία των συνταγματικών θεσμών[6]. Όπως αναφέρθηκε από το Πική Δ. στην υπόθεση President of the Republic v. The house of Representatives[7] το δίκαιο της ανάγκης αποτελεί εφεδρεία του Δικαίου για τη κατοχύρωση της συνταγματικής τάξης και δεν αποτελεί μέσο παράκαμψης των προνοιών του Συντάγματος αλλά ούτε και διέξοδο από τις περιοριστικές του διατάξεις.

II. Η Καθοριστική Απόφαση Ibrahim Στο Τομέα του Συνταγματικού Δικαίου.

Άξιον αναφοράς συνιστά το γεγονός πως η εισαγωγή του δικαίου της ανάγκης στο κυπριακό νομικό σύστημα έλαβε χώρα με την θεμελιώδη απόφαση Ibrahim[1], ενώ παράλληλα πρέπει να υπομνησθεί η επίδραση που έχει το δίκαιο της ανάγκης στη προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όπως αυτά διασφαλίζονται από το δεύτερο μέρος του κυπριακού Συντάγματος[2]. Συγκεκριμένα, η υπόθεση Ibrahim έχει μια σταθερά ισχυρή παρουσία και δικαίως χαρακτηρίζεται ως θεμελιακή απόφαση για το κυπριακό νομικό σύστημα αφού οι αρχές οι οποίες υιοθετήθηκαν σε αυτή αποτέλεσαν τα θεμέλια πάνω στα οποία στηρίχθηκε η νομολογία του κυπριακού Ανώτατου Δικαστηρίου αναφορικά με το δίκαιο της ανάγκης[3]. Κατά την 10η Νοεμβρίου του 1964, τρεις διακεκριμένοι δικαστές, οι κ.κ. Γεώργιος Σ. Βασιλειάδης, Μιχαλάκης Α. Τριανταφυλλίδης και Ιούλιος Ιωσηφίδης, σε συνεργασία με τον τότε Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, κ.Κρίτωνα Γ. Τορναρίτη, εξέδωσαν την ιστορική απόφαση που εφάρμοσε για πρώτη φορά το Δίκαιο της Ανάγκης στη χώρα. Η απόφαση αυτή, από τότε, αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο του Συντάγματος και πυλώνα της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Επιπροσθέτως, πρέπει να υπομνησθεί πως η απόφαση Ibrahim έτυχε σημαντικής διεθνούς αναγνώρισης αφού έχει μνημονευθεί και τύχει επίκλησης σε σωρεία υποθέσεων ξένων υποθέσεων[4] κατά τις οποίες κρίθηκε αναγκαία η εφαρμογή του δικαίου της ανάγκης[5]. Βάσει των προαναφερόμενων, κρίνεται ως απαραίτητος ο μερικός σχολιασμός της. Επίκεντρο στην υπόθεση Ibrahim  αποτελούσε η συνταγματικότητα του νόμου του 1964 (Ν.33/64)[6]  βάσει του οποίου τα δύο συνταγματικώς προβλεπόμενα δικαστήρια, λόγω των γεγονότων τα οποία κατέστησαν αδύνατη τη λειτουργία τους ενοποιήθηκαν και δημιουργήθηκε το νέο Ανώτατο Δικαστήριο στο οποίο εκχωρήθηκαν όλες οι αρμοδιότητες από τα ανωτέρω προβλεπόμενα από το Σύνταγμα δικαστήρια[7].  Το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας του Ν.33/64 εγέρθηκε στα πλαίσια άσκησης εφέσεως από το Γενικό Εισαγγελέα κατά αποφάσεως του Επαρχιακού Δικαστηρίου βάσει της οποίας θα αφήνονταν  ελεύθεροι με εγγύηση Τουρκοκύπριοι οι οποίοι συνελήφθησαν με κατοχή όπλων και εκρηκτικών.  Ο συνήγορος υπεράσπισης υποστήριξε πως ο Ν.33/64 ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με ποικίλες συνταγματικές διατάξεις, ενώ σε δεύτερο στάδιο έθιξε ζητήματα τα οποία αφορούν τον ίδιο το Ν.33/64[8].  Η επιχειρηματολογία της πλευράς Ibrahim στηριζόταν στην ορθόδοξη προσέγγιση, ακολουθώντας τη κλασσική κανονιστική θέση του Συντάγματος ως τη κορυφαία πηγή δικαίου βάσει του άρθρου 179 του Συντάγματος[9].   

Ιδιαίτερης αναφοράς πρέπει να τύχει η προσέγγιση των τριών δικαστών του Δικαστηρίου οι οποίοι αποφάνθηκαν επί της συγκεκριμένης, ζωτικής σημασίας απόφασης αναφέροντας πως το νέο Ανώτατο Δικαστήριο δεν πρέπει να θεωρείται ως αντισυνταγματικό δημιούργημα επισημαίνοντας παράλληλα πως το Σύνταγμα θα πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται σε συνάρτηση με το δίκαιο της ανάγκης[10].  Ειδικότερα, ο Δικαστής Βασιλειάδης διέκρινε μεταξύ της γενικής κατάστασης η οποία επικρατούσε στη Κύπρο μετά την αποχώρηση των Τουρκοκυπρίων τόσο από τη κυβέρνηση όσο και από τη Βουλή των Αντιπροσώπων και της ειδικής κατάστασης η οποία αφορούσε τις δυσχέρειες στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης, αναφέροντας πως το κράτος αμυνόμενο προσπαθεί να ανταποκριθεί και να αντιδράσει στη παράλυση της δικαιοσύνης και λαμβάνει νομοθετικά μέτρα προκειμένου να αντιμετωπίσει του συγκεκριμένο κενό.

Άξια αναφοράς είναι και η προσέγγιση του Δικαστού Ιωσηφίδη, ο οποίος, αφού τόνισε την ειδική κατάσταση η οποία επιχειρείται να αντιμετωπιστεί, προέβηκε σε ανάλυση των κριτηρίων τα οποία πρέπει να ικανοποιούνται προκειμένου να τύχει επίκλησης και εφαρμογής το δίκαιο της ανάγκης όπως αυτό θεμελιώθηκε στην υπόθεση Ibrahim[11].  Επιπροσθέτως, ο δικαστής Τριανταφυλλίδης εστίασε στο γεγονός πως το κυπριακό Σύνταγμα δεν συνιστά γνήσια έκφραση της συντακτικής αρμοδιότητας  με άμεση απόρροια να τίθενται κάποια όρια στην υπεροχή του Συντάγματος. Συνεπώς, ανέφερε πως σε εξαιρετικές περιπτώσεις ο κανόνας του άρθρου 179 δίδει χώρο στην έννοια του δικαίου της ανάγκης καταλήγοντας  πως πρόκειται για μια άρρητη  αρχή της συνταγματικής επιστήμης και του κυπριακού Συντάγματος.  Ως εκ τούτου, όπως προέκυψε από την απόφαση Ibrahim, το δίκαιο της ανάγκης δεν συνιστά υπερσυνταγματική αρχή, αλλά αντιθέτως αποτελεί μέρος της εθνικής συνταγματικής ταυτότητας η οποία είναι άρρηκτα συνυφασμένη με το κυπριακό Σύνταγμα συμβάλλοντας στην ίδια τη διατήρηση του κυπριακού κράτους[12].

III. Εφαρμογή του Δικαίου της Ανάγκης στο Κυπριακό Δημόσιο Δίκαιο.

Η νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου ως προς το δίκαιο της ανάγκης οδηγεί εύλογα στο συμπέρασμα πως στο κυπριακό δημόσιο δίκαιο η αρχή αυτή είναι ζωτικής σημασίας και έχει διαμορφώσει ουσιωδώς τη συνταγματική εικόνα του κυπριακού κράτους αφού μπορεί να τύχει επίκλησης και εφαρμογής σε ποικίλες περιπτώσεις, οι οποίες αφορούν τη λειτουργία των οργάνων του κράτους καθώς τις προβλεπόμενες από το Σύνταγμα διαδικασίες[1].  Ειδικότερα, το γεγονός πως το δίκαιο της ανάγκης μπορεί να τύχει επίκλησης προκειμένου να διασωθεί νομοθέτημα το περιεχόμενο ή η ψήφιση του οποίου δεν έγινε με το καθορισμένο από το Σύνταγμα τρόπο, ενισχύει τη πιο πάνω προσέγγιση.   Όπως προκύπτει από την απόφαση Ιωαννίδης[2],  νόμος ο οποίος έχει ψηφιστεί από τη Βουλή κατά παράβαση συνταγματικής διάταξης μπορεί να διασωθεί με επίκληση του δικαίου της ανάγκης εφόσον πληρούνται τα κριτήρια όπως αυτά διατυπώθηκαν στην υπόθεση Ibrahim. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην ανωτέρω αναφερόμενη υπόθεση Ιωαννίδης δεν επικεντρώθηκε στο περιεχόμενο του νόμου αλλά στο τρόπο θέσπισης του και ανέφερε ότι το δίκαιο της ανάγκης συνιστά την αιτιολογική βάση για τη διάσωση του νόμου.  Συνεπώς,  το δίκαιο της ανάγκης, ως μέρος της συνταγματικής τάξεως μπορεί να τύχει επίκλησης προκειμένου  να διασωθεί νόμος του οποίου η διαδικασία θέσπισης του έρχεται σε αντίθεση με το Σύνταγμα, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις της υπόθεσης Ibrahim.

Συναφής είναι και η υπόθεση Μεσαρίτου[3] όπου το Ανώτατο Δικαστήριο κλήθηκε να αποφανθεί επί της συνταγματικότητας του Ν.61/70[4] αναφορικά με τους οργανισμούς δημοσίου δικαίου.  Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε πως, παρά το γεγονός ότι ο επίδικος νόμος ψηφίστηκε κατά παράβαση του Συντάγματος, αυτός θεωρείται ως συνταγματικός στη βάση του δικαίου της ανάγκης, αφού υπήρχε πραγματική ανάγκη λόγω της αποχώρησης των Τουρκοκυπρίων, επισημαίνοντας πως σε αντίθετη περίπτωση θα υπήρχαν σημαντικές επιπτώσεις στη λειτουργία των εν λόγω οργανισμών. Ειδικότερα, το δικαστήριο στην υπόθεση Μεσαρίτου ανέφερε το εξής σημαντικό: «Ο Ν.61/70 μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει της αρχής του δικαίου της ανάγκης όπως αυτή υπάρχει σιωπηρά στο άρθρο 179 του Συντάγματος»[5].  Επιπροσθέτως,  η υπόθεση Μάμας Κουμή[6] συνιστά χαρακτηριστική περίπτωση καθώς σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση, το δίκαιο της ανάγκης μπορεί να τύχει επίκλησης και να αποτελέσει το νομικό έρεισμα προκειμένου να διασωθεί νομοθετική διάταξη το περιεχόμενο της οποίας βρίσκεται σε αντίθεση με συνταγματικές πρόνοιες.  Ειδικότερα, αντικείμενο της εν λόγω υπόθεσης ήταν η χρήση της αγγλικής γλώσσας στα δικαστήρια κατά παράβαση των άρθρων 3 και 189 του Συντάγματος. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε πως το δίκαιο της ανάγκης διασώζει το συγκεκριμένο νομοθέτημα το οποίο βρίσκεται σε αντίθεση με τις συνταγματικές πρόνοιες χωρίς εντούτοις να γίνεται αναφορά στα κριτήρια της υπόθεσης Ibrahim.  Αναφοράς πρέπει να τύχει και η υπόθεση In Re Georghiou[7] όπου το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε πως ο διορισμός βοηθού γενικού Εισαγγελέα από την ελληνική και όχι από την τουρκική κοινότητα όπως προβλέπει το άρθρο 111.2 του Συντάγματος μπορεί να δικαιολογηθεί στη βάση του δικαίου της ανάγκης.

Ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα το οποίο αποδεικνύει πως το δίκαιο της ανάγκης αποτελεί μέρος της εθνικής συνταγματικής μας ταυτότητας συνιστά το γεγονός πως το τελευταίο αποτέλεσε τη νομική βάση προκειμένου να ιδρυθεί το Υπουργείο Παιδείας κατά παράβαση των συνταγματικών διατάξεων και συγκεκριμένα του άρθρου 46 του Συντάγματος το οποίο προνοεί πως τα προβλεπόμενα υπουργεία είναι δέκα στο σύνολο τους[8].  Η συνταγματικότητα του Ν. 12/65 ο οποίος προνοεί τη σύσταση του Υπουργείου Παιδείας αποτέλεσε το αντικείμενο συζήτησης σε ορισμένες καθοριστικής σημασίας υποθέσεις οι οποίες έφτασαν ενώπιον του ανώτατου Δικαστηρίου.  Συγκεκριμένα, όπως αναφέρθηκε στις υποθέσεις Georghiades[9], Συμεωνίδη[10] και Cypiom[11], το δίκαιο της ανάγκης δικαιολογεί τη θέσπιση του Ν. 12/65 αφού με την αυτοδιάλυση και αποποίηση των αρμοδιοτήτων της ελληνικής κοινοτικής συνελεύσεως δημιουργήθηκε κενό εξουσίας για τη κάλυψη του οποίου η Βουλή αποφάσισε να λάβει νομοθετικά μέτρα προκειμένου να υπάρξει ομαλή λειτουργία του πολιτεύματος.  Ως εκ τούτου, μέχρι και σήμερα το δίκαιο της ανάγκης βρίσκει εφαρμογής αφού βάσει του τελευταίου παρέχεται η δυνατότητα ύπαρξης του Υπουργείου Παιδείας. Επιπροσθέτως, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση  Erel Ali[12] η πολιτεία στηρίζει τη νόμιμη ύπαρξη και συνέχιση λειτουργίας της στο δίκαιο της ανάγκης με αποτέλεσμα το τελευταίο να θεωρείται ως ο πυλώνας που στηρίζει το νόμιμο οικοδόμημα της Δημοκρατίας.  Τελευταία αλλά όχι ασήμαντη είναι η υπόθεση Κουλουντή[13] στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε χαρακτηριστικά το εξής: «Η σημερινή κατάσταση της πατρίδας μας καθιστά εμφανή με τον πιο πειστικό τρόπο πόσο μακριά από την πραγματικότητα ήταν ορισμένες συνταγματικές πρόνοιες και σε ποιο βαθμό το Σύνταγμα απαιτεί τη βοήθεια του δικαίου της ανάγκης για να μπορέσει το κράτος να συνεχίσει να λειτουργεί».

IV. Το Δίκαιο Της Ανάγκης Και Η Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Καθοριστικής σημασίας και ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα στο πλαίσιο του κυπριακού δημοσίου δικαίου είναι η επίδραση του δικαίου της ανάγκης στα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα όπως αυτά διασφαλίζονται στο δεύτερο μέρος του κυπριακού Συντάγματος[1]. Το κυπριακό Σύνταγμα, με μία σειρά διατάξεων, προσπάθησε να δημιουργήσει μια ασφαλιστική δικλείδα και ένα υψηλό επίπεδο προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ενώ πρέπει να υπομνησθεί πως, βάσει του άρθρου 33 του Συντάγματος[2],  ενδεχόμενος περιορισμός τους μπορεί να λάβει χώρα μόνο για λόγους οι οποίοι ρητώς αναφέρονται στις σχετικές συνταγματικές διατάξεις.  Ως εκ τούτου, εύλογα μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα πως το δίκαιο της ανάγκης δεν μπορεί να τύχει επίκλησης προκειμένου να υπάρξει περιορισμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Παράλληλα, άξιον αναφοράς συνιστά το γεγονός πως  στην υπόθεση Ibrahim, το Δικαστήριο επισήμανε πως η ανάγκη ύπαρξης και απρόσκοπτης λειτουργίας των δικαστηρίων βάσει του δικαίου της ανάγκης έχει ως κύριο στόχο τη προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στα πλαίσια του κράτους δικαίου. Επομένως τα ανθρώπινα δικαιώματα αποτελούν την αιτιολογική βάση πάνω στην οποία το Δικαστήριο στηρίζεται προκειμένου να εξηγήσει τη χρήση και εισαγωγή του δικαίου της ανάγκης[3].

Παρά τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν, άξιον μνείας συνιστά το γεγονός πως σε ορισμένες υποθέσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, εξετάστηκε η δυνατότητα περιορισμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων έχοντας ως αιτιολογική βάση το δίκαιο της ανάγκης, με την υπόθεση Chimonides[4] να αποτελεί τη πρώτη χαρακτηριστική περίπτωση[5]. Η υπόθεση Chimonides είχε ως αντικείμενο τη συνταγματικότητα του Ν.19/65[6] αφού όπως υποστήριξε ο εφεσείων ο επίδικος νόμος ερχόταν σε αντίθεση με το άρθρο 23 του Συντάγματος το οποίο  προστατεύει το δικαίωμα στην ιδιοκτησία καθώς και με το άρθρο 26 το οποίο διασφαλίζει την ελευθερία του συμβάλλεσθαι. Η ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατέληξε ομόφωνα πως ο Ν.16/65 δεν είναι αντισυνταγματικός με τα μέλη του Δικαστηρίου να ακολουθούν εντούτοις διαφορετική οδό και προσέγγιση με κεντρικό σημείο διαφωνίας την ερμηνεία του άρθρου 26 του Συντάγματος[7]. Η μια ισχυρή τάση υποστήριξε πως το άρθρο 26 δεν παραβιάζεται αφού έκρινε ότι ο περιορισμός του δικαιώματος αναφορικά με το συμβάλλεσθαι ελευθέρως μπορούσε να δικαιολογηθεί βάσει της επείγουσας δημόσιας κατάστασης που επικρατούσε και η οποία ήταν τέτοιας φύσεως ώστε να ενεργοποιείται η υπονοούμενη εξουσία αστυνόμευσης  – reserved police power που το κράτος έχει δυνάμει του Συντάγματος[8].

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το γεγονός ότι στην υπόθεση Chimonides εισάγεται η έννοια της εξουσίας αστυνόμευσης του κράτους όπως αυτή έχει αναπτυχθεί στα πλαίσια του αμερικανικού συνταγματικού δικαίου. Ειδικότερα, αναφέρθηκε πως  υπάρχει ένας άρρητος, υπονοούμενος κανόνας ο οποίος εξουσιοδοτεί το κράτος να προβαίνει σε αστυνόμευση σε συγκεκριμένες έκτακτες περιστάσεις προκειμένου να υπάρξει προστασία των ζωτικών συμφερόντων του κοινού[9].  Συνεπώς τα γεγονότα του 1963 είχαν ως απόρροια τη δημιουργία μιας επείγουσας δημόσιας οικονομικής ανάγκης και επομένως ο περιορισμός του δικαιώματος μπορούσε να δικαιολογηθεί βάσει του δικαίου της ανάγκης αφού σε διαφορετική περίπτωση, αν δηλαδή το κράτος δεν παρέμβει ρυθμιστικά, το δικαίωμα θα καταργηθεί εκ των γεγονότων. Η αντίθετη άποψη, υποστήριξε πως τα ανθρώπινα δικαιώματα μπορούν να περιοριστούν βάσει των συνταγματικά προβλεπόμενων λόγων η ερμηνεία των οποίων πρέπει να γίνει με στενό τρόπο και σύμφωνα με το άρθρο 35 του Συντάγματος.  Αναφορικά με την έννοια της εξουσίας αστυνόμευσης, επισημάνθηκε πως η αμερικανική νομολογία δεν μπορεί να είναι χρήσιμη και να εφαρμοστεί στο πλαίσιο του κυπριακού συνταγματικού δικαίου. Ειδικότερα, ο δικαστής Τριανταφυλλίδης ανέφερε πως στο κυπριακό Σύνταγμα προβλέπεται με εξαντλητικό τρόπο η δυνατότητα περιορισμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθερίων καταλήγοντας στο συμπέρασμα πως υπονοούμενη εξουσία αστυνόμευσης του κράτους αναφορικά με τα  συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματα δεν είναι εφικτή.

Η απόφαση Apostolides[10] αποτελεί μια ακόμη καθοριστικής σημασίας υπόθεση αναφορικά με το ζήτημα περιορισμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη βάση του δικαίου της ανάγκης. Αντικείμενο της εν λόγω απόφασης ήταν η συνταγματικότητα του Ν.1/75[11] αναφορικά με τη προσωρινή αναστολή αποζημιώσεων στα πλαίσια πλεονασμού και κατά πόσο ορισμένες νομοθετικές διατάξεις βρίσκονταν σε αντίθεση με το άρθρο 26 του Συντάγματος. Το Ανώτατο Δικαστήριο, στηριζόμενο στη προγενέστερη υπόθεση Chimonides,  έκρινε πως ακόμη και αν ο νόμος ήταν αντισυνταγματικός, αυτός θα μπορούσε να δικαιολογηθεί με επίκληση της εφεδρικής εξουσίας αστυνόμευσης που το κράτος έχει σε καταστάσεις ανάγκης, αφού η εν λόγω εξουσία είναι εκ των ων ουκ άνευ προκειμένου να διασφαλιστούν τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα. Στην υπόθεση Apostolides το κρίσιμο στοιχείο συνίσταται στο  ότι εξισώνεται κατά ρητό τρόπο η εφεδρική εξουσία αστυνόμευσης με το δίκαιο της ανάγκης, με το δικαστήριο να αναφέρει χαρακτηριστικά το εξής: «Το δίκαιο της ανάγκης δεν συνιστά τίποτε άλλο παρά μια πτυχή της εφεδρικής εξουσίας του κράτους να νομοθετεί προς όφελος της ακεραιότητας του κράτους και της κοινωνικής συνοχής».

Οι συνεκδικασθείσες αποφάσεις Aloupas[12] και Ambrosia Oils[13] συνιστούν μια ακόμη περίπτωση όπου εξετάστηκε η δυνατότητα περιορισμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών σύμφωνα με το δίκαιο της ανάγκης. Αντικείμενο των συνεκδικασθείσων αυτών αποφάσεων αποτέλεσε ο Ν. 24/79[14] βάσει του οποίου, κατά τη διάρκεια της έκρυθμης κατάστασης αναστέλλονταν οι συμβατικές υποχρεώσεις οποιουδήποτε εκτοπισθέντα ή πληγέντα οφειλέτη, γεγονός το οποίο όπως υποστήριξαν τα διάδικα μέρη βρισκόταν σε αντίθεση με το άρθρο 26 του Συντάγματος. Το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα πως ο νόμος είναι συνταγματικός με το δικαστή Τριανταφυλλίδη να αναφέρει πως όταν το κράτος βρίσκεται αντιμέτωπο με καταστάσεις ανάγκης οι οποίες υπερβαίνουν την εφεδρεία  που προσφέρει το άρθρο 183 του Συντάγματος, τότε υπάρχει η δυνατότητα ενεργοποίησης του δικαίου της ανάγκης και το κράτος μπορεί να προβεί στη λήψη μέτρων τα οποία  επιβάλλουν περιορισμούς στα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες ακόμη  και κατά παράβαση του άρθρου 33 του Συντάγματος σύμφωνα με το δίκαιο της ανάγκης. Επιπροσθέτως, αναφορικά με την εφεδρεία παρέμβασης που το κράτος έχει στα πλαίσια αστυνόμευσης,  το Δικαστήριο ανέφερε χαρακτηριστικά πως μεταξύ του δικαίου της ανάγκης και της εφεδρείας παρέμβασης δεν υφίσταται οποιαδήποτε ουσιώδης διαφορά αφού τα δύο συνιστούν όψεις του ίδιου νομίσματος, εξισώνοντας με το τρόπο αυτό τις δύο ζωτικής σημασίας αρχές[15]. Επιβεβαίωση της απόφασης Aloupas υπήρξε στην μεταγενέστερη υπόθεση Σολομωνίδης[16],  όπου το Δικαστήριο αφού ανέφερε επικαλούμενο την υπόθεση Ibrahim πως  το δίκαιο της ανάγκης έχει σκοπό τη διασφάλιση της ύπαρξης και της λειτουργίας του κράτους, επισήμανε χαρακτηριστικά το εξής σημαντικό:

«Όταν η Πολιτεία αντιμετωπίζει μια συμφορά που έχει ξεπεράσει τη θεραπευτική εμβέλεια Κήρυξης Κατάστασης Εκτάκτου Ανάγκης, κάτω από το Άρθρο 183 του Συντάγματος, η Πολιτεία μπορεί να προσφύγει σε μέτρα που συνεπάγονται τον ή στέρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών… και μπορεί να το πράξει τούτο βάσει του «δικαίου της ανάγκης» και, σε τέτοια περίπτωση, είτε κάποιος ομιλεί για το «δίκαιο της ανάγκης», ή «τα κατάλοιπα εξουσίας» δεν υπάρχει καμιά ουσιώδης διαφορά, γιατί και οι δύο αυτές έννοιες είναι δύο πλευρές ενός και του ιδίου δικαιϊκού νομίσματος».

 Μια ακόμη χαρακτηριστική περίπτωση συνιστά η υπόθεση Aristides[17] όπου εξετάστηκε η συμβατότητα του  Ν.21/62[18] με το άρθρο 26 του Συντάγματος το οποίο διασφαλίζει την ελευθερία του συμβάλλεσθαι. Το Δικαστήριο αποφάσισε πως ακόμη και στη περίπτωση που ο νόμος ήταν αντισυνταγματικός, αυτός θα μπορούσε, δεδομένης της τραγικής κατάστασης μετά τη τουρκική εισβολή να διασωθεί με επίκληση του δικαίου της ανάγκης. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Aristides ανέφερε πως το δίκαιο της ανάγκης συμπίπτει με την αρχή περί επιτρεπόμενης αφόπλισης από τη νομιμότητα για σκοπούς οι οποίοι αφορούν το υπέρτατο δημόσιο συμφέρον[19].  Η υπόθεση Aristides έτυχε επίκλησης στη μεταγενέστερη υπόθεση Kritiotis[20] όπου το Δικαστήριο ανέφερε πως η έννοια του δικαίου της ανάγκης και της εξουσίας αστυνόμευσης που έχει το κράτος συμπίπτουν.

V. Συμπεράσματα.

Σύμφωνα με όλα όσα αναλύθηκαν πιο πάνω, συνάγεται αβίαστα το συμπέρασμα πως το δίκαιο της ανάγκης εύλογα μπορεί να χαρακτηριστεί ως μέρος της κυπριακής συνταγματικής ταυτότητας με τη πλούσια νομολογία του Δικαστηρίου να συμβάλει καθοριστικά στην ενίσχυση του συμπεράσματος αυτού. Το Δικαστήριο, μετά την καταλυτικής σημασίας απόφαση Ibrahim υπήρξε πρόθυμο να δικαιολογήσει οποιεσδήποτε παρεκκλίσεις του Συντάγματος οι οποίες απορρέουν από τη πρακτική αδυναμία λειτουργίας της δικοινοτικής δομής στη βάση του Δικαίου της Ανάγκης[1].  


References.

List of Cases.

  • President of the Republic v. The house of Representatives (1985) 3 C.L.R. 2224
  • The Attorney General of the Republic v. Mustafa Ibrahim and others (1964) C.L.R 195.
  • Re Manitoba Language Rights (1985) SCR 721.
  • Begum Nusrat Bhutto v. The Chief of the Army Staff and the Federation of Pakistan PLD 1977 SC 710.
  • Adams v. Adams (1970) 3 ALL E.R 572.
  • Mitschell and Others v. Director of Public Prosecutions and Another 45 (1986) LRC 86.
  • Mokotso and Others v. King Moshoeshoe II and Others, 5 August 1988, (1992) 90 ILR 427.
  • Madzimbamuto v. Lardner – Burke (1968) 3 ALL E.R 561,581.
  • Polycarpos Ioannides v. The Police (1973) 2C.L.R. 125.
  • Rita Mesaritoy v. The Cyprus Broadcasting Corporation (1972) 3 CLR 100.
  • Mamas Koumi v. Mikkos Kortari (1983) 1 CLR 856.
  • In Re Georghiou (1983) 2 CLR 1.
  • President of Republic v. House of Representatives (1985) 3 C.L.R. 2801.
  • Erel Ali and Others v. Republic of Cyprus and Others (2007) 3 CLR 186.
  • Yiannakis Koulountis and Another v. House of Representatives and Another (1997) 1 CLR 1026.
  • Cleanthis Georghiades v. The Republic (1966) 3 CLR 252.
  • Symeonides and Others v. Republic and Others (1991) 4 CLR 863.
  • Chimonides v. Manglis (1967) 1 C.L.R. 125.
  • Georghios Apostolides and Others v. The Republic (1982) 3 CLR 928.
  • Ambrosia Oils and Margarine Industry Limited v. Bank of Cyprus Limited (1983) 1 CLR 55.
  • Andreas Aloupas and Another v. National Bank of Greece S.A (1983) 1 CLR 55.
  • Loukis Kritiotis v. The Municipality of Paphos (1986) 3 CLR 322.
  • Omiros Aristides and Others v. The Republic (1983) 3 CLR 1507.

Books.

  • Andreas Nikola Loizou, “Constitution of the Republic of Cyprus”, Nicosia (2001).
  • Aimilianides, A. “The Overcoming of the Cypriot Constitution”, Sakkoulas Publications (Athens-Thessaloniki), (2006).
  • Polyviou P, “Cyprus on The Edge. A Study in Constitutional Survival”, Nicosia (2013).
  • Polyviou P, “The case of Ibrahim, The Doctrine of Necessity and the Republic of Cyprus”, Chryssafinis and Polyviou (2013).
  • Kombos C, “Social Rights in the Republic of Cyprus”, Eleven International Publishing In, Krzysztof W. “Social Rights As Fundamental Rights – XIXth International Congress of Comparative Law”, (2016).

Articles.

  • Leslie Wolf-Phillips “A Study of the Doctrine of Necessity” Third World Quarterly, Vol. 1, No. 4 (Oct., 1979).
  • De Smith, “ S.A. The New Commonwealth and its Constitutions” London: Steves and Sons (1964).
  • Hogg, Peter W. “Necessity in a Consitutional Crisis.” Monash University Law Review 15.3/4 (1989).
09
Apr2025

ANNOUNCEMENT DIGITAL NOMAD VISA

The Migration Department has opened the application process for residence permits under the “Cyprus Digital Nomad Visa” scheme. The maximum number of permits that can be granted remains at 500.

The “Cyprus Digital Nomad Visa” scheme allows nationals from non-EU and non-EEA countries, who can work remotely using telecommunications technology, to reside temporarily in the Republic of Cyprus and work for an employer registered abroad or provide services remotely for companies or clients located outside the Republic of Cyprus.

The scheme aims to strengthen Cyprus as a center for the provision of electronic services, where, combined with other advantages offered by Cyprus, the attraction of digital nomads will contribute to the development of the business ecosystem and consequently, to the economic development of the country. The introduction of the “Cyprus Digital Nomad Visa” is part of the Strategy for Attracting Businesses for Activities and/or Expansion of their Activities in the Republic of Cyprus.

For more information and legal advice on the application process, required qualifications, criteria, and supporting documents for the Cyprus Digital Nomad Visa and/or any other residence permits, you can contact our law firm. Our specialized lawyers are experts in both permanent and temporary residence permits.

Areas of Practice

1) Naturalization (Based on the years of Residence in the Republic of Cyprus Due to Cypriot origin, Due to Marriage/Civil Union with a Cypriot Citizen)

2) Permanent Residence Permit (Regulation 6.2, Fast Track procedure, Category F)

3) Entry Permit and Residence Permit for employees of Foreign Interest Companies and their family members

4) Temporary Residence Permit/Visitors

5) Residence Permit of European Citizens and their family members

6) Certificate of Permanent Residence

7) Residence Permit of Spouses and family members of a European Citizen

8) Residence Permit of Spouses and family members of a Cypriot Citizen

9) Entry and Residence Permit for Domestic Workers

10) Nomads Visa in Cyprus

11) Golden Visa in Greece

26
Mar2025

Giorgos Landas LLC Recognized in The Legal 500 EMEA 2025 for Excellence in Three Practice Areas

It is with great pleasure that we announce the recognition of Giorgos Landas LLC in the 2025 edition of The Legal 500 Europe, Middle East & Africa for our outstanding performance in three key practice areas:

1. Commercial, Corporate, and M&A (Tier 5): Our firm boasts a robust track record in representing software companies, startups and joint ventures as well as construction and development groups in Cyprus on corporate and commercial matters. We are also noted for our strength in assisting high-net-worth individuals, major financial institutions, and commercial banks. The firm has been involved in several major mergers and acquisitions both nationally and at cross-border level with successful consultations. Clients have praised our proactive approach, dedication to solving issues, and attention to detail to get the transactions over the line.

2. Dispute Resolution (Tier 5): Our dispute resolution team offers bespoke services to a diverse clientele, encompassing public and private companies, multinational corporations, banks, financial institutions, entrepreneurs, and individual clients both domestically and internationally. We are adept at handling litigation and mediation, with recognized strength in advising on family law matters, personal injury claims, and debt collection/security enforcement cases. We have a proven track record of resolving deadlocks and settling disputes of various natures and characteristics. Clients have highlighted our innovative practical approach, high level of responsiveness, and outstanding problem-solving abilities.

3. Real Estate and Construction (Firms to Watch): We are honored to be recognized as a firm to watch in the Real Estate and Construction sector. Our firm has excelled in this area for years and is renowned among industry leaders and legal practitioners specializing in the immovable property sector of Cyprus. This acknowledgment reflects our growing expertise and commitment to providing exceptional legal services in this field.​

These accolades are a testament to our unwavering commitment to legal excellence, client satisfaction, and innovation in the legal industry. We extend our heartfelt gratitude to our clients for their trust and confidence in our services and commend our dedicated team members for their hard work, expertise, and unwavering commitment to excellence. Together, we look forward to building on this success and continuing to exceed the expectations of our clients in the years to come.

We will continue to provide top-tier legal services with dedication and excellence.

For any legal assistance, we remain at your disposal by contacting us at T. 25817779 or email: info@landaslaw.com

12
Mar2025

Cyprus joins Europe’s Schengen zone

Cyprus is in the final stage of preparations to meet the technical and regulatory requirements for Schengen membership and becoming a member of the Schengen Zone, Europe’s free-travel area.  Cyprus is actively working towards this goal and is expected to join the Schengen Zone by end of 2025. This marks an important step in the country’s ongoing efforts to enhance its European integration and strengthen its position within the EU.

President Nicos Christodoulides has confirmed that Cyprus is on track to become a full member of the Schengen Zone by 2025. This move is highly significant for Cyprus, as it will align the country with 29 other nations, including most of the EU member states, Switzerland, Norway, Iceland, and Liechtenstein. Joining the Schengen Zone will bring Cyprus a range of benefits.

Key Benefits of Cyprus Joining the Schengen Zone:

Enhanced Mobility: Once Cyprus is fully integrated into the Schengen Zone, it’s likely that Cyprus (non-EU) permanent residents would enjoy simplified travel between Schengen states compared to non-residents. This increases convenience for residents, businesses, and tourists, fostering a more connected and mobile society.

Increased Tourism: Cyprus is already a popular tourist destination, and joining the Schengen Zone will likely make it even more attractive. With the ease of travel across multiple countries without border checks, tourists from Schengen countries will find it easier to visit Cyprus, potentially boosting the tourism sector and the economy.

Stronger Investment Opportunities: Schengen membership will improve Cyprus’ appeal as a destination for foreign investors. Investors, especially those interested in real estate, will be drawn to Cyprus due to the ease of access it offers to the entire Schengen Zone. This is likely to result in an increase in demand for property investments, particularly in areas like luxury real estate, resorts, and commercial properties.

Economic Growth: Cyprus’ alignment with the Schengen Zone could lead to increased foreign direct investment (FDI) and a boost to various sectors, including banking, finance, and technology. The removal of border controls simplifies trade and business relations with other Schengen countries, leading to a more competitive and thriving economy.

Increased Demand for Residency Through Property Investment: One of the most immediate effects of Cyprus joining the Schengen Zone is likely to be a significant rise in demand for property investments. Foreigners, especially those from non-Schengen countries, will be keen to invest in property in Cyprus. Moreover, Cyprus’ investment program, which allows non-EU citizens to obtain residency through property investment, is expected to become even more appealing.

In conclusion, Cyprus’ full integration into the Schengen Zone will provide significant advantages for residents, businesses, and foreign investors. This milestone will not only enhance the country’s mobility and economic potential but will also position Cyprus as a strategic hub within the European Union, driving growth and innovation in the years to come.

13
Jan2025

Mandatory Mediation for Civil Disputes up to €10,000 in Cyprus.

In recent years, the legal landscape in Cyprus has undergone transformative changes aimed at modernizing the judicial process and tackling inefficiencies that have plagued the resolution of civil disputes. Among the most significant reforms is the introduction of mandatory mediation for civil disputes involving claims of up to €10,000. This initiative is a cornerstone of broader efforts to promote alternative dispute resolution (ADR) methods, reduce the overwhelming backlog in Cypriot courts and encourage parties to resolve their differences amicably.

The implementation of mandatory mediation for civil disputes up to €10,000 is grounded in the Law on Mediation in Civil and Commercial Matters (Law 159(I)/2012), which aligns with the European Directive 2008/52/EC on Mediation. Specifically, with a bill which is amending the Law No, 159(I)/2012 and has been approved on the 3rd of January 2025 by the Council of Ministers, recourse to mediation becomes mandatory for financial disputes of up to €10,000 before the interested parties decide to proceed to court and take legal actions.  The bill introduces specific mechanisms to ensure compliance and enhance the efficacy of mandatory mediation. Notably, sanctions are imposed on parties who fail to attend the required initial mediation session. For instance, a party that disregards this obligation may face penalties such as forfeiting their right to recover legal fees and interest associated with subsequent court proceedings. Along with the bill, accompanying Regulations have been established to address practical aspects of the mediation process. These include guidelines on mediator remuneration, the professional qualifications and training necessary for mediators, and the criteria for inclusion and retention in the official Registry of Mediators. By addressing these practical considerations, it is ensured that mediation is accessible, professional, and effective in resolving disputes.

Mandatory mediation offers several advantages over traditional court proceedings. First and foremost, it is less expensive, significantly reducing the financial burden on the disputing parties. Court proceedings can be protracted and costly, often consuming valuable resources. Mediation, by contrast, provides a cost-effective alternative that prioritizes efficiency and resolution. Beyond the financial benefits, mediation also fosters a collaborative and less adversarial environment. This approach is particularly valuable in disputes where the parties have ongoing relationships. In addition to the above – mentioned, by embedding alternative dispute resolution methods into the judicial framework, the aim is to reduce the strain on courts, which have historically struggled with a backlog of cases. This is expected to result in faster resolutions for litigants and more efficient use of judicial resources.

For individuals and businesses operating within this new legal landscape, understanding the nuances of mandatory mediation is crucial. Parties involved in disputes should be aware of the procedures, potential sanctions, and benefits associated with mediation. Engaging in mediation not only fulfills a legal obligation but also offers an opportunity to resolve conflicts in a manner that is both cost-effective and relationship-focused. Mediators themselves play a critical role in the success of this initiative. The professional standards outlined in the Regulations ensure that mediators are well-trained, impartial, and equipped to facilitate productive discussions between disputing parties. This ensures that the mediation process remains credible, effective, and accessible to all.

In conclusion, the implementation of mandatory mediation for civil disputes up to €10,000 in Cyprus represents a significant step toward a more efficient and accessible justice system. By fostering a culture of negotiation and compromise, this reform aims to alleviate the burden on courts, reduce costs for litigants, and promote more harmonious dispute resolution. Both individuals and businesses must familiarize themselves with the intricacies of the mediation process and its advantages to effectively navigate this evolving legal landscape and ensure they are equipped to leverage its potential.

For more information, please visit our website or contact us via email at info@landaslaw.com.

This website uses cookies to ensure you get the best experience on our website.
Accept